5/6/14

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ ΓΑΤΙΝΗΣ: ΜΕΡΑ ΑΔΕΣΠΟΤΗ

Από 27/8/2008 (πέντε κυβερνήσεις πίσω) 
Κάτι συνέβαινε εκείνη τη μέρα.
Είχα ρεπό και βαριόμουνα από το πρωί.
Βούλιαζα καναπέδες
Χασμουριόμουνα κι έκανα ανατραβούρες συνέχεια.

Αλλά το ένστικτο μέσα μου φώναζε να είμαι
όπως πάντα έτοιμος για δράση.
Ξαφνικά επαληθεύτηκαν οι φόβοι μου.
Είχα πάθει μια χοντρή πλάκα.
Όταν έβλεπα χρυσόψαρο η μούρη μου
παραμορφωνόταν. Πήρα τηλέφωνο το γιατρό
και μου είπε ν’ αλλάξω θέση.
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε.
Αρνήθηκα ν’ αλλάξω θέση, γιατί εγώ ήμουν
πάντα σταθερός στην υπόθεση.
Το ξανασκέφτηκα όμως, όταν μου είπε ο γιατρός
ότι μου έχει έτοιμη την ένεση.
Όχι ότι φοβήθηκα, απλώς είμαι κατά
των φαρμάκων και αυτό φαίνεται.
Το χρυσόψαρο όμως τα ’παιξε
και πετάχτηκε έξω από το νερό.
Μετά από λίγη ώρα πάλι βάσανο.
Τ’ αφτιά μου χόρευαν τσάρλεστον.
Δε χώραγε καμία αμφιβολία.
Άκουγα ένα παράξενο βουητό.
Για ευνόητους λόγους δεν πήρα τηλέφωνο
το γιατρό. Είχαμε και πανσέληνο.
Την είδα εγώ τη δουλειά.
Στήθηκα στο ακροκέραμο και παρακολουθούσα
μεταμφιεσμένος σε πεταμένη μπουγάδα.
Είμαι δεινός κυνηγός εγώ.
Μόνο ο Σαρκοζί μπορεί να μου τη βγει.
Το βουητό συνεχιζόταν μέχρι που όρμησα
στο Αγνώστου Ταυτότητος Ιπτάμενο Αντικείμενο.
Τι μας πέρασε; Δεν είμαι εγώ ούφο.
Ούτε εκείνο παραδέχτηκε ότι ήταν ούφο,
όσο σκληρά κι αν το ανέκρινα μετά
για να δώσει κατάθεση στο νέο μας ντοπαρισμένο ανακριτή.
Τι συνέβαινε όμως εκείνη τη μαύρη μέρα;
Πετάχτηκα όρθιος ακούγοντας το τηλέφωνο
που χλιμίντριζε σαν κατσίκα. Ή γάιδαρος,
δε θυμάμαι γιατί είμαι και λίγο κουφάλογο.
Με τηλεφωνούσε κάποιος, ίσως ο Αρναούτογλου
και με γυναικεία φωνή μου είπε το ανήκουστο.
Άκουσα από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής
ότι έξω απ’ το σπίτι μου κείτεται ένα πτώμα.
Δεν τσίμπησα, αλλά καλού-κακού βγήκα αμέσως έξω
και φυσικά βρήκα το πτώμα στο πιτς φιτίλι.
Φώναξα τον ιατροδικαστή, ο οποίος αφού το εξέτασε κ
αι συμβουλεύτηκε το νέο βιβλίο με ανέκδοτα για ξανθιές
με διαβεβαίωσε ως άνθρωπος και ως επιστήμων
ότι αυτό που είχα βρει δεν ήταν ούτε πτώμα, ούτε ζωντανή.


Επρόκειτο για τη φουσκωτή κούκλα
που μου είχε αφήσει κληρονομιά
ο πλακατζής ο μακαρίτης θείος μου.
Η νοσοκόμα του γιατρού πέταξε ένα
υποτιμητικό νιαούρισμα και μου γύρισε την πλάτη
χαμογελώντας τσαντισμένη.
Με χαιρέτησε με το χειρότερο τρόπο.
Σκυλοβρώμησε ο τόπος.
Σίγουρα κάποιος μου έκανε πλάκα εκείνη τη μέρα.
Το θέμα δεν ήταν ποιος, αυτό για το αστυνομικό μου
δαιμόνιο ήταν παιχνιδάκι. Γιατί όμως μου έκαναν πλάκα;
Ξαφνικά θυμήθηκα.

Αλλά δεν πρόλαβα να το χαρώ.
Κάποιος με επειλούσε με 45ρι Μάγκνουμ
Όχι δεν ήταν αυτός, αλλά κάποιος άλλος
που η μούρη του κάτι μου θύμιζε.
Έβλεπα τον εαυτό μου μαύρο από δυστυχία
να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση.
Σα να καθόμουνα από ώρα πάνω στο καυλιτσέκι.
(Τον άξονα των z)
Φυσικά το αστυνομικό μου δαιμόνιο δε με πρόδωσε.
Τον θυμήθηκα. Ήταν ο συνάδελφός μου ο Γιαμάχας
που ήξερε Ζίου-Ζίτσου και γέλαγε.
«Δε μας χέζεις ρε Χόντα», του είπα επίτηδες
για να τον τσαντίσω.
Και το πέτυχα με το χειρότερο τρόπο.

Αλλά έδωσα τόπο στην οργή
γιατί θυμήθηκα επίσης τι ξεχωριστό
είχε εκείνη η μέρα. Το κατάλαβα αστραπιαία
μόλις είδα το σοβαρό δώρο που μου έκανε η υπηρεσία.
Γιόρταζα, ναι γιόρταζα εκείνη τη μέρα
κι ας ήμουν μαύρος απ’ το κακό μου.