30/9/07

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο Γιάννης ήταν σίγουρος για κάτι που αποφεύγαμε να σκεφτούμε εμείς, αφού ξέραμε βαθιά ότι ο Γιάννης πάλι είχε δίκιο: «Δεν πρόκειται ν’ αφήσουμε τίποτα πίσω μας, αλλά θα έχουμε το θράσος να φύγουμε. Μ’ εμάς θα μοιάζουν αύριο μόνο τα παιδιά μας».

Ο Θανάσης δεν καταλάβαινε τίποτα. Πνιγμένος μες στο τσίπουρο και το μισθό του Δημοσίου, ξόρκιζε τις παλιές παρέες και τις παλιές πορείες από τα Προπύλαια στο Σύνταγμα: «Εντάξει μωρέ, ανεβαίνουν οι τιμές στα τρόφιμα. Και δε χαίρεσαι; Θα τρώμε λιγότερο και θα χάσουμε κάνα κιλό. Η παχυσαρκία είναι σοβαρή αιτία θανάτου.»

Ο Δημήτρης ακόμα αμυνόταν στο χιούμορ που του άφησε σαν κατάρα η τελευταία του αποτυχία: «Εμείς δεν είμαστε από κείνους που ονειρεύονται να τρώνε με χρυσά κουτάλια. Και να μας τύχει, που δεν θα τύχει, σιγά μην κοιτάξουμε το φαί. Θα πάρουμε τα κουτάλια και θα γίνουμε λούηδες».

Η Σοφία ακόμα δεν ξεπέρασε τον τελευταίο της , όπως πάντα, χαμένο έρωτα, που κάθε βράδυ, εδώ και πολλούς μήνες του ατέλειωτου Σεπτέμβρη του χωρισμού βολοδέρνει πάνω απ’ τη στέγη και τα μαύρα βαμμένα της μαλλιά: «Είσαστε άξιοι για ό, τι συμβαίνει στους άλλους. Οι μισοί τα παίρνετε», ψέλλισε, ρουφώντας το μισό απ’ το ελλιπές στριφτό τσιγάρο της και συνέχισε καταπίνοντας πικρά τον καπνό που ποτέ δεν της ήταν αρκετός: «Κι οι άλλοι μισοί τον παίρνετε». Μετά ξεκίνησε το κλάμα της που θα συνεχιζόταν μέχρι τις επόμενες βροχές του Απριλίου.

Κι εγώ συνεχίζω να ελπίζω, απελπιστικά αισιόδοξος: «Θ’ αλλάξει, θα καλυτερέψει ο κόσμος. Αλλά δεν θα ’ναι ο δικός μας».