2/10/07

ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΚΩΜΕΙΔΥΛΛΙΟΝ


Ο τελάλης πριν προμηνύσει το κακό διαβάζει απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μπενι-φέστο.
«Ακούσατε, ακούσατε…. Το φάντασμα της Σοσιαλδημοκρατίας πλανιέται πάνω από την Ευρώπη.»
Οι υπήκοοι όμως δεν έλεγαν ν’ ανοίξουν τα παντζούρια να τον ακούσουν. Ήθελαν κάτι πιο λαϊκό και εύκολο, με σασπένς, μάχες και προδοσίες. Έτσι, ξεκίνησε γι’ άλλη μια φορά την αφήγηση του κλασικού έργου «Γιάμλετ». (Μετάφραση: «Για μελέτα»)

«Κάτι στραβό υπάρχει στο βασίλειο της Ανδρεοκρατίας.
Ο Διάδοχος –καλούμενος και J.R.- ακόμα δεν μπορεί ν’ αποφασίσει. Κάτι κλιπιτικλόπ ακούγονται απ’ έξω. Ο Μπένι, Πρίγκιπας του Βορρά περπατά βαριά και πλησιάζει. Θέλει να του σφετεριστεί τη θέση στην αίθουσα του θρόνου. Ο Διάδοχος όμως, αντί να προτάξει τα στήθη του, κάνει μεταβολή και αντικρίζει ξανά την πίσω πόρτα της Εξουσίας, μια πόρτα που μόλις πριν από λίγες ημέρες έφαγε και του έκατσε βαριά. Όπως επιμένει.

«Να μπει κανείς ή να μη μπει κανείς;»
Πού να μπει; Στην Εξουσία ή στην αίθουσα του θρόνου; Ούτε αυτό μπορεί ν’ αποφασίσει ο Διάδοχος.

Η μητέρα του, η Διαδοχομήτωρ πέρα στην μακρινή πατρίδα παραμένει αιχμάλωτη του Αυτοκράτορα Μπουστ.

Ο πρώην υπασπιστής του πατέρα του, Σκανδαλίξ, προθυμοποιήθηκε να πάρει τη θέση του στη θρυλική μονομαχία και να θυσιαστεί αυτός. Ο Διάδοχος όμως δεν το πήρε είδηση. Έτσι, για πρώτη φορά μετά τον «Καλό τον Κακό και τον Άσχημο» θα λάβει χώρα μια μονομαχία μεταξύ τριών. Αναμέτρηση που δεν προοιωνίζει ευτυχές τέλος. Ο Καλός ο Χοντρός και ο Άσχημος δείχνουν έτοιμοι.

Εμφανίστηκε ξαφνικά και ο Άσχετος, αλλά ο Διάδοχος τον απώθησε.

«Στους δύο τέταρτος δε χωρά», του είπε σαν γρίφο, αλλά όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε, πλην φυσικά του ίδιου του Διαδόχου, που δεν τον νοιάζει άλλωστε τι λέει, αλλά τι ακούνε οι άλλοι.

Στο έθνος της Πράσινης χώρας κυριαρχεί ατέρμονη αγωνία. Ο ένας τρώει τα νύχια του άλλου. Κάποιοι και των ποδιών.
«Ποιος θα βγει νικητής να πάμε από τώρα μαζί του;» Αναρωτιούνται όλοι από μέσα τους, αλλά ο ένας ακούει τον άλλο.

Οι Βαρώνοι κάνουν την πάπια.

«Α, πα, πα, πα, πα, πα, πα! Δεν ανακατευόμαστε.»
Από κάπου μακριά ακούγεται ένα μοχθηρό, καταχθόνιο γέλιο. Είναι του κατακτητή Κωστάκουλα των Ραφηνείων, που χαίρεται με τις εξελίξεις. Πίσω απ’ το γέλιο ακολουθεί υπόκωφα το κουδούνισμα χρυσών νομισμάτων. Η Φορομαζώχτρα αδειάζει γι’ άλλη μια φορά το σκουφί του αλόγου του, που το φορά κι ο ίδιος, στο μεγάλο σεντούκι. Η εικόνα αυτή μετατρέπει το γέλιο του Κωστάκουλα σε νευρικό.

Τα σπαθιά ακονίζονται. Η εθνική νοσοκόμα Διαμάντω Πουλ-Ρουαγιάλ ετοιμάζει τις γάζες.

Τον Διάδοχο αρχίζει να τον πονά κι ο παν-κάλος του. Κατά λάθος είχε πατήσει το ένα πόδι του με το άλλο ή αντιστρόφως. Κανείς δεν ξέρει.

Ο Πρίγκιπας Μπένι κλείνει βιαστικά το τηλεοπτικό παράθυρο της αίθουσας αναμονής. Μόλις είχε ανοίξει για να πετάξει έξω το περιτύλιγμα του σάντουιτς που καταβρόχθισε για ορεκτικό, κάποιος του πέταξε μια κούπα μέλανα ζωμό και του λέρωσε τη μπέρτα…»



Η συνέχεια επί της μικρής οθόνης.