Οδηγίες για στίχους



Με αφορμή ένα σχόλιο. Από το βιβλίο σελ. 16-17

Για να προλάβουμε το παρακάτω, εξηγούμαστε ότι κι εμείς κάποτε είχαμε την απορία τι λόγο έχει ένας ενεργός στιχουργός να «διδάσκει» και άλλους να γράφουν στίχους. Για να του τρώνε τη δουλειά; Θα ρωτούσαμε το ίδιο και κάπως αλλιώς: Γιατί ένας στιχουργός θέλει να μπουν κι άλλοι στην πιάτσα, και μάλιστα αξιοποιώντας τη δική του εμπειρία; Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα είναι πολλές, όλες απλές και ολοκληρωμένες, αλλά καμμιά τους ολοκληρωτική..

Δεν είναι κακό οι έμπειροι στιχουργοί να βοηθούν λιγότερο –για την ώρα– έμπειρους. Όσο μεγαλώνει ο γενικός αριθμός των στιχουργών μαζί με τον αριθμό των «καταρτισμένων», τόσο μεγαλώνει και το κοινό, κάτι καλό για όλους και όχι μόνο τους στιχουργούς. Το ίδιο ισχύει και για τους αθλητές, και για τους επιστήμονες ερευνητές, για τους αισιόδοξους, για τους ευτυχισμένους.Όταν το επίπεδο των στίχων που κυκλοφορούν ανεβαίνει, τότε κερδίζουν όλοι οι στιχουργοί, γιατί το αντικείμενό τους γίνεται πιο ενδιαφέρον «είδος» πρόσληψης δεδομένων που παράγει συναισθήματα. Όταν το επίπεδο στίχων πέφτει, τότε την πατάνε όλοι οι στιχουργοί, γιατί δεν είναι πια απαραίτητοι, αφού δικαίως ο καθένας μπορεί να επιτελέσει το έργο τους, γίνονται αποδεκτά και «λόγια« και όχι «στίχοι» για τραγούδια, όπως χαρακτηριστικά μάς είπε κάποτε ο Αντώνης Ανδρικάκης για παραγωγούς που ασχολούνταν αποκλειστικά με τα λεγόμενα «ποπ μπουζουκοτράγουδα». Για να το πούμε αλλιώς, όταν κυριαρχεί χαμηλό επίπεδο στίχων οι στιχουργοί περνούν σε δεύτερη μοίρα, μπορεί και στ’ αζήτητα, παρασύρονται από τη βουτιά των τραγουδιών στον πάτο.

Βέβαια, δεν νομίζουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα ή την ικανότητα ν’ ανεβάσουμε μ’ αυτό το βιβλίο το επίπεδο της στιχουργικής στην Ελλάδα· δεν είχαμε τέτοιες προθέσεις. Όπως και οι στίχοι, το πόνημα αυτό βγήκε απλώς όταν ο υπογράφων διαπίστωσε κάποτε ότι όλο και πιο συχνά ανασύρει από τη μνήμη του κάτι που αποθηκεύτηκε εκεί, χωρίς να τον ρωτήσει, ασυνείδητα το λένε, από τη μέχρι τότε εμπειρία του στη συγγραφή και στη δισκογραφία. Τότε συνειδητοποίησε ότι ακολουθεί κανόνες. Έτσι, βγήκε αυτό, που αν δεν βοηθήσει, ελπίζουμε τουλάχιστον να δώσει μια ευχαρίστηση η ανάγνωσή του.

Ένας φίλος συνθέτης και τραγουδιστής μου ζήτησε πριν λίγες μέρες στίχους πάνω σε τσιγγάνους, πρόσφυγες, έρωτα, για τραγούδι που θα πάει σε γνωστή τραγουδίστρια. Έψαξα στα παλιά μου που δεν μελοποιήθηκαν, "έκλεψα" από δύο κι έφτιαξα καινούργιο. Μπορείτε να δείτε αν φαίνεται ποιοι στίχοι προέρχονται από το ένα, ποιοι από το άλλο και ποιοι φτιάχτηκαν εξαρχής για την ολοκλήρωση του στιχουργήματος. Αν μ' ενημερώνατε σχετικά θα σας ήμουν υπόχρεος.

Με σένα είμαι

Τα πιο μεγάλα λόγια σου / τα σκόρπισα στο χώμα
επάνω τους περπάτησα / και σου μιλάω ακόμα
Κοίτα το φεγγάρι / κοίτα τη ματιά μου
πες του να σε πάρει / να σταθείς μπροστά μου

Έψαχνα πατρίδα / σ’ άγνωστο κορμί
Μα στο δρόμο είδα / ήταν αφορμή
Μόνο να γυρνάω / θέλω κι όπου βρω
Κι όλο να ζητάω / πιο όμορφο καιρό


Όπου κι αν είσαι / όπου κι αν είμαι / με σένα είμαι
Πρόσφυγας είσαι / πρόσφυγας είμαι / με σένα είμαι
Ό,τι κι αν είσαι / ό,τι κι αν είμαι / με σένα είμαι


Όσα μου μείναν όνειρα / τα φόρτωσα στην πλάτη
ένα φιλί ζωγράφισα / και βρήκα μονοπάτι
Κοίτα το φεγγάρι / κοίτα τη ματιά μου
πες του να σε πάρει / να σταθείς μπροστά μου

Έψαχνα πατρίδα / σ’ άγνωστο κορμί
Μα στο δρόμο είδα / ήταν αφορμή
Μόνο να γυρνάω / θέλω κι όπου βρω
Κι όλο να ζητάω / πιο όμορφο καιρό


Από το βιβλίο, σελίδα 271
Όλοι πάνω σε μουσική γράφουμε, αλλά η τελική μελοποίηση βγαίνει από τον στίχο, ανεξαρτήτως της μουσικής που τον ενέπνευσε. Αφού πάντα γράφουμε πάνω σε μουσική, έστω αυτοσχέδια, σχεδόν σιωπηλή, δική μας, γιατί να μην επιλέξουμε μια που θεωρούμε άριστη τουλάχιστον για κείνη τη στιγμή; Η αρχική μουσική και το πνεύμα του όλου τραγουδιού θα μας εμπνεύσουν και το στιχούργημά μας θα έχει καλή μουσική μέσα του, θα έχει μουσικότητα που θα οδηγήσει έναν συνθέτη στη μελωδία και τον ρυθμό που θα το ντύσουν. Αρκεί, φυσικά, να......

Πρόσφατα γράψαμε πάνω στη μουσική του «Γκρεμού».

Ο γκρεμός 
Στίχοι Λουκάς Στρογγυλός / Μουσική Μάνος Χατζιδάκις / 
Πρώτη δισκογραφική εμφάνιση Ορφέας Κρεούζης, 1959

Σε κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός
αρκεί στην ώρα να τον δεις και να ξεφύγεις
έτσι σε κάθε αγάπη είν’ ο χωρισμός
που μοναχά με τις θυσίες θ’ αποφύγεις.

Για να `χεις κάποια σε τούτη τη ζωή χαρά
τον άνθρωπό σου πάντα βάσταξε κοντά σου
και θα `ναι στήριγμα σαν θα `ρθει η συμφορά
και σαν θα δεις ν’ ανοίγεται ο γκρεμός μπροστά σου.

Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν’ ο χωρισμός
της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα 
βρες άλλο δρόμο όσο ακόμα είν’ ο καιρός
και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα.

Κι αν μέτρησες σωστά
Τι κι αν περπάτησες κι αν μέτρησες σωστά
πάντα στο τέλος θα σου λείπουν βήματά σου
Λίγο πριν φτάσεις θα σου σβήνουν τη ματιά
αυτοί που βρίζεις μην ξανάρθουν στα όνειρά σου

Τι κι αν το αφήνεις πίσω, τ’ αύριο θα ᾿ρθεί 
και θα ζητήσει όσα λείπουν να ξοδέψεις
Μα εσύ τα μάζευες γι’ αλλού κι έχουν χαθεί
κι όσα δε φτάσαν, απ’ το χθες σου θα τα κλέψεις

Τι κι αν περπάτησες κι αν μέτρησες σωστά
θα δεις πατρίδες που οι ανάσες τις θαμπώνουν 
Κι όσο στου ανέμου σου δεν φτάνεις τα σκαλιά 
τόσο οι φτέρνες σου το χώμα θα καρφώνουν


ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΜΑΤΙΚΉ
Ποτέ δεν ξεκινάμε το τραγούδι από το θέμα. Αφήνουμε να βγει ό,τι βγαίνει ελεύθερα από μέσα μας και το θέμα θα το καταλάβουμε αργότερα. Τότε μπορούμε να προσαρμόσουμε περισσότερο τον στίχο  μας πάνω του. 

Αν βρισκόμαστε στη μέση ακολουθούμε ως το τέλος το θέμα που προέκυψε, μετά κάνουμε και όποια αλλαγή απαιτείται από την αρχή. Όταν, όμως, σκεφτόμαστε από την αρχή το θέμα φτιάχνουμε κάτι ψεύτικο, κάτι που δεν γίνεται ή δεν έχει και τόση σημασία.....

ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΜΑΖΙ - ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΘΕΤΗ;

Δύσκολα. Είναι δύο διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετική κουλτούρα, μορφωτικό επίπεδο, καθένας έχει το δικό του τρόπο σκέψης, μια λέξη ή μια φράση, άλλα θυμίζει, αλλιώς συγκινεί τον έναν, αλλιώς τον άλλο. Και ο στιχουργός, αλλά και ο συνθέτης μόνο όταν μετά τη συνεργασία μείνουν μόνοι θα ξεκαθαρίσουν τι γίνεται. Από την εμπειρία μας μπορούμε να πούμε ότι η δημιουργική συνεύρεση στιχουργού – συνθέτη μπορεί ν’ αποδώσει σπουδαία αποτελέσματα για κάποια τμήματα ενός τραγουδιού ή σε διορθώσεις-βελτιώσεις. Γενικά το γράψιμο είναι μοναχική δουλειά.  

ΓΙΑΤΙ (ΝΑ) ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ;
Με το εγχειρίδιο που θα κυκλοφορήσει δεν σκοπεύουμε τόσο να τραβήξουμε κόσμο στη συγγραφή στίχων, όλοι μας όμως, κάθε στιγμή μπορεί γι' άλλη μια φορά ν' αναρωτηθούμε γιατί (να) γράφουμε. Μην απαντήσει κανείς “για τα λεφτά”. Αυτό δεν το ξέρουμε όταν έχουμε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά. Το κουπί μέχρι να φτάσουμε κάπου το κάνουμε τσάμπα. Δεν γράφουμε για δόξα. Δεν έχουμε να κερδίσουμε κοινωνικά τίποτα όταν ένα τραγούδι σε στίχους μας γίνεται σουξέ ή αναγνωρίζεται ως άξιο ποιοτικά. Ούτε η παλιά μας γκόμενα που χάσαμε θα μας ξανάρθει, ούτε θα εκλεγούμε σε κάποιο ψηφοδέλτιο. Δεν γράφουμε στίχους για να πάμε στον παράδεισο, ούτε να γευτούμε τα καλά της Κόλασης. Όλα αυτά τα κερδίζουμε και χωρίς να έχουμε γράψει ούτε μία λέξη. Δεν γράφουμε στίχους για να κάνουμε ψυχοθεραπεία, βοηθάει, αλλά χρειάζεται και ο αρμόδιος. Από μόνη της η συγγραφή δεν αρκεί για τίποτα. Και όμως για όλα τα παραπάνω γράφουμε στίχους αλλά δεν είναι αυτά οι κύριες αιτίες. Οι αιτίες είναι σαν τα χρήματα και τις γκόμενες ή τους γκόμενους. Όσο τις κυνηγάς τόσο σε αποφεύγουν. Το μόνο που μπορούμε είναι να παρατηρήσουμε τι γίνεται αφού έχουμε γράψει ένα στιχούργημα, ολοκληρωμένο ή όχι. Νομίζω ότι γράφουμε στίχους και μαθαίνουμε ότι σκοπό έχουμε να γράφουμε στίχους


Τους στίχους δεν τους γράφουμε με σκοπό κάποιος να τους διαβάσει, αλλά κάποιος να τους πει τραγουδώντας, ώστε κάποιοι, όσο γίνεται περισσότεροι, να τους ακούσουν μετά μουσικής. Δεν γράφουμε για να τους διαβάσει κανείς, παρά μόνο οι συνθέτες και οι ακροατές από οπισθόφυλλα ή ένθετα σε cd. Τα βιβλία με στίχους δεν έχουν τόση πέραση. Μόνο οι απελπισμένοι συνθέτες θ' αγοράσουν ένα βιβλίο για να βρουν κάτι προς μελοποίηση, αν και αν δεν έχουν σχέση με στιχουργούς κανείς δεν θα στοιχηματίσει υπέρ τους. Οι τραγουδιστές ποτέ δεν ψάχνουν για στίχους σε βιβλιοπωλεία, αφού μπορούν να παραγγείλουν και να έχουν την αποκλειστικότητα, όχι ότι αυτό γίνεται συχνά. Για να μην πλατειάζουμε, οι  στίχοι μας απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά όχι σε αναγνώστες, αλλά σε ακροατές. Ας το λάβουμε υπόψιν μας να δημιουργούμε προφορικό και όχι γραπτό λόγο. 

ΟΤΑΝ ΠΙΝΟΥΜΕ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ;
Έτσι νομίζουμε εκείνη τη στιγμή. Είμαστε σίγουροι όμως ότι την επόμενη ημέρα θα αλλάξουμε γνώμη.

ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΚΑΤΙ ΚΑΛΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ
Όταν είμαστε στενοχωρημένοι, μετά από καταστροφή, τραγωδία, όταν είμαστε πάμπτωχοι γράφουμε αριστουργήματα;

Ποτέ. Τότε δεν μπορούμε να γράψουμε τίποτα, γιατί το ρίχνουμε αλλού για να ξεπεράσουμε το βάσανο ή τρέχουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να βρούμε δουλειά ακόμα και στο μυαλό μας. 

Ακόμα κι αν το ρίχνουμε στο γράψιμο όταν το κάνουμε για ξέσπασμα, συνήθως σαχλαμάρες γράφουμε που δεν ενδιαφέρουν κανέναν, ούτε καν εμάς που θέλουμε να ξεχάσουμε τις στιγμές εκείνες. Ναι, ο Καζαντζίδης κάποτε είπε ότι η εποχή της μιζέριας, της μετανάστευσης της φτώχειας και βάλε, έβγαλε τα καλύτερα τραγούδια. Ναι, αλλά δεν τα έγραψαν οι εξαθλιωμένοι. Ούτε υλικά ούτε πνευματικά.

Όταν είσαι χάλια μη γράφεις τίποτα. Ούτε σημειώσεις, ούτε να μιλάς για γράψιμο. Ό,τι γράψεις στο πλαίσιο της εργασιοθεραπείας, όταν γίνεις καλά πέτα το. Αν δεν με πιστέψεις θα γίνεις μαζοχιστής. 

Θα πιστεύεις ότι πρέπει να εξαθλιωθείς, να χαλάσει η ζωή σου, να καταστραφείς οικονομικά, επαγγελματικά, να διαλύσεις την οικογένειά σου για να γράφεις καλύτερα. Θα κάνεις ό,τι μπορείς για να φτάσεις εκεί, τουλάχιστον έτσι θα λες ή θ’ αφήνεις να εννοηθεί από κάποιους που υποφέρουν να σε ακούν και όλο λιγοστεύουν. 

Πίστεψέ με, για να γράψεις κάτι καλό, ακόμα και κάτι θλιμμένο, πρέπει να είσαι καλά. Ίσως άκουσες, διάβασες για κάποιους καλλιτέχνες που μετά από κακή στιγμή τους δημιούργησαν αριστουργήματα. Ναι, αλλά μετά την κακή στιγμή. 


ΟΧΙ ΠΑΛΙΑΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ή ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΜΑΣ

Το τραγούδι ακούγεται στην καθημερινή ζωή, όταν κάποιος είναι σπίτι του, όταν οδηγεί, όταν είναι ξαπλωμένος, όρθιος, όταν διασκεδάζει ή λυπάται. Το τραγούδι είναι παρέα και πρέπει να μιλάει τη σημερινή γλώσσα. Δεν έχει νόημα να χρησιμοποιούμε λόγιες ή παλιές χαμένες λέξεις, πόσω μάλλον (ψευτο)νεολογισμούς. Όταν μιλάμε δεν υπάρχει πια ούτε “νυχτιά” ούτε ...ξενυχτιά.

Κάποτε, ας πούμε μεταπολεμικά, την εποχή της αστυφιλίας μετά το 1944,  δεν γίνονταν  μεγάλες συναυλίες στις πλατείες και στα -μικρά τότε- νυχτερινά καταστήματα πήγαινε αραιά και πού λίγος κόσμος. Τα τραγούδια ακούγονταν και διαδίδονταν σχεδόν αποκλειστικά από το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο, τα μέσα που  μάθαιναν στον κόσμο ελληνικά της πόλης. Εκείνες τις μέρες όποια λέξη και να χρησιμοποιούσε ο στιχουργός γινόταν αποδεκτή, δοκιμαζόταν και ίσως καθιερωνόταν. Μέχρι και σήμερα κανείς δεν ενοχλήθηκε με το “μεθυσμενάκι” του “Τζαμάικα”, του Λευτέρη Παπαδόπουλου σε μουσική του Μάνου Λοΐζου, που ερμήνευσε πρώτος ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στην ταινία “Το λεβεντόπαιδο” το 1971. Η λέξη δεν έμεινε, αλλά δεν ξένιζε κανέναν. “Κι αρμεvίζαμε / στα πέλαγα / αγάπη μοu παλιά / κι ύστερα το βραδάκι / μεθυσμεvάκι στα καπηλειά / σ’ έπιvα κοριτσάκι / σαv το κρασάκι / γοuλιά γοuλιά”.

Σήμερα όμως η λειτουργία διάδοσης του τραγουδιού που αναφέραμε παραπάνω δεν υπάρχει και η ελληνική γλώσσα έχει πλέον ομογενοποιηθεί. Το διαδίκτυο μεταφέρει με την ταχύτητα του φωτός πληροφορίες, έτσι παλιές δύσχρηστες λέξεις ή νεολογισμοί στο τραγούδι δεν περνούν. Τι έγινε με το “αυτοκολλητάκι” της που τραγούδησε προς τιμήν της ο τότε σύζυγός της Τόλης Βοσκόπουλος; μακριά λοιπόν από παλιομοδίτικες λέξεις όπως “μορτάκι”, “καταχνιά”, “τραμουντάνα”, “μαγκιόρα”, “τέλια”, “απόβραδο”, “ποδόγυρος”, “απομεσήμερο”.  

Φυσικά πάντα υπάρχει η εξαίρεση. Γιατί να μη γράψουμε με παλιακές λέξεις στίχους για ένα τραγούδι που για κάποιο ή και χωρίς λόγο θα γίνει “εποχής”, σαν ταινία, ίσως και τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και ως αναφορά σε στιγμές της ελληνικής γλώσσας, ποιος ξέρει; 

Η πριγκιπέσα δεν αποτελεί εξαίρεση, γιατί η λέξη έμεινε και ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει. Την βρήκαμε μέχρι και σε τραγούδι του 2016, πραγματικά παλιακό. Στίχοι Χρήστου Καφτεράνη, σε μουσική Γιώργου Δούσου, με ερμηνεύτρια την Όλγα Ζορμπά: 

“Με τα τερτίπια / Έριξες στάχτη και φωτιά / Στα καρδιοχτύπια / Που ζούσε όλη η γειτονιά / Σαν πριγκηπέσα / Κρύβεις μαχαίρια στα φιλιά / Και δίχως μπέσα / Μας πετσοκόβεις τα παιδιά”.  


Φτιάχνω μόνο εικόνες που υπάρχουν
Άκουσα τυχαία σ' ένα τραγούδι “αετός δικαιοσύνης”. Δεν ήταν “ποίησις” ήταν στίχος σε τραγούδι που ακούγεται στην καθημερινή ζωή και για τα συναισθήματα που καλείται να προκαλέσει δημιουργεί και εικόνες. Πώς να φανταστεί όμως ο ακροατής ένα αετό δικαιοσύνης; Κάποιοι έχουν δει στην πραγματικότητα ή και σε φωτογραφία, σε ταινία, σε ζωγραφικό πίνακα ή μπορούν άνετα να φανταστούν χωρίς καμία προϋπόθεση πχ τον γυπαετό, τον χαρταετό κλπ. Τον αετό δικαιοσύνης όμως; Ακούγοντας ένα τραγούδι μπορούμε να δούμε μέσα μας το σφυρί της δικαιοσύνης, που χρησιμοποιεί ο δικαστής, σε ομαλές καταστάσεις για την έναρξη και τη λήξη της δίκης, ξέρουμε κτήρια δικαιοσύνης, βλέπουμε λειτουργούς δικαιοσύνης, αλλά αετό; Πουθενά. Ούτε καν σε κάποιο παραμύθι, παγκοίνως γνωστή ταινία, μυθιστόρημα ή άλλο αφήγημα. Θα μπορούσε εδώ ο “¨ποιητής” αντί για “αετό δικαιοσύνης” να χρησιμοποιήσει, ας πούμε, παρομοίωση, για το δίκιο, τη δικαιοσύνη ψηλά σαν αετό. Τότε αρκεί να σχηματίσει ο ακροατής την εικόνα ενός απλού αετού χωρίς “ποιητικές” προεκτάσεις.


ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΥΞΗ
Ο ρυθμός της μουσικής είναι σχεδόν πάντα “δισύλλαβος”. Τι γίνεται όταν έχουμε προπαροξύτονη καταληκτική λέξη; Μη βιαστεί να πει κανείς ότι μετράει η τελευταία συλλαβή και η λέξη πχ. “μπόρεσα” γίνεται ακουστικά “μπορεσά”. Καλύτερα να έλεγε ότι η ομοιοκαταληξία στις προπαροξύτονες δεν μετράει τόσο πολύ, γιατί υπερέχει η καταληκτική συλλαβή. Αυτό στέκει. Π.χ. “Γλυκέ μου τύραννε / ας μην ξημέρωνε”. Δεν προσέχουμε ότι δεν ταιριάζουν ομοιοκαταληκτικά οι τελευταίες λέξεις των δύο συνεχόμενων στίχων αυτού του ρεφρέν, ναι μετράει το “...νε” σαν να ήταν τονιζόμενη συλλαβή, δηλαδή κατάληξη για ρίμα. Οι προπαροξύτονες καταλήξεις βολεύουν τον τραγουδιστή, γιατί καταλήγει τη φωνή του χωρίς πίεση ταύτισης μέτρου, βολεύουν τον συνθέτη γιατί πιθανή περιττή επανάληψη μελωδικής κατάληξης κρύβεται εύκολα, βολεύει τελικά και τον στιχουργό. 
ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΙΧΩΝ 
Αν ο Πέτρος Βαγιόπουλος δεν διάβαζε το περιοδικό «Αυγό» των Ρασούλη και Σαλαγιάννη δεν θα είχαμε το «Πότε Βούδας πότε Κούδας» που γεννήθηκε το 1986 στον ομότιτλο δίσκο βινυλίου. Ο συνθέτης παρατήρησε στον δημοσιογραφικό λόγο του Ρασούλη ομοιοκαταληξίες, που με λίγη μετρική επεξεργασία γίνονταν στίχοι και μελοποιημένη η συλλογή τους φτιάχνει τραγούδι. 

Σημείωση: ο στίχος «…άλλο ο ανοιχτομάτης κι άλλο ο αυγουλομάτης» ξεκίνησε την «καριέρα» του ως λεζάντα σε φωτογραφία του Γιάννη Καψή*. 

Οι πρώτοι στίχοι μου που μπήκαν σε μετέπειτα σουξέ με την πρώτη μου εμφάνιση σε εμπορικό δίσκο «γράφτηκαν» μέσα στο κράνος μου πάνω στο παπί μου που έχω ακόμα. «Μπορεί και να μπαρκάρω» μουρμούραγα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ρεύμα προς Γλυφάδα, στον Άγιο Δημήτριο και στο ύψος των καταστημάτων φωτιστικών. Βλέπεις, μέσα στο κράνος τ’ αυτιά σου είναι τέντα, αλλά ακούνε μόνο εσένα και καμιά κόρνα φορτηγού, που στην παραζάλη γίνεται «πλοίο φορτηγό» και η λεωφόρος Βουλιαγμένης «τρακάρει στην Εθνική Οδό». Αργότερα στο σπίτι μου το έγραψα και με στυλό πάνω σε μη κυρίαρχη δική μου μουσική. Δεν με νοιάζει που μελοποιήθηκε αλλιώς από τον Δημήτρη Ζμπέκο, αφού την δικιά μου «μουσική» την ξέχασα δέκα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που δεν την είχα ανάγκη. 

Φεύγοντας από Πρέβελη Μανώλης Ρασούλης άκουγε τη σύντροφό του Βάσω Αλαγιάννη να μουρμουράει μια μουσική πάνω στην οποία μέχρι να φτάσουν στα Χανιά εκείνος έγραψε το «Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ» 


*Πρώην υπουργός κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, πατέρας Μανώλη και Παντελή. 



Ο ΣΤΙΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ;
Ναι είναι, αλλά μην πάρει είδηση κανείς ότι από δω και πέρα έτσι βλέπεις τους δικούς σου στίχους.

ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ;
Και τι σε νοιάζει εσένα; Φοβάσαι μη γράψεις κάτι και είναι ποίημα; Μπορεί να είναι και κάτι …χειρότερο. Και έτσι να γίνει τι έγινε; Γράψε μετά άλλο για το οποίο θα είσαι σίγουρος ότι είναι σύνολο στίχων τραγουδιού και όχι ποιήματος. Αν κι αυτό νομίζεις ή φοβάσαι ότι είναι ποίημα να είσαι σίγουρος ότι μετά δε θα σε νοιάζει τι γράφεις. Αρκεί που το γράφεις.
Συγνώμη όμως, δεν σου είπα ακόμη τη γνώμη μου γι’ αυτό που ρώτησες. Θα στην πω, αλλά δεν ξέρω σε τι θα σε βοηθήσει: η ποίηση είναι υπερσύνολο και η στιχουργική ένα υποσύνολό του. Εντάξει τώρα; Θα γράφεις καλύτερα; Ή χειρότερα; Αυτό δεν είναι που σ’ ενδιαφέρει; Όταν γράφεις στίχους ξέρεις ότι γράφεις στίχους, ό,τι και να γνωρίζεις για τη σχέση τους με την ποίηση, όπως όταν γράφεις τα ψώνια της ημέρας ξέρεις ότι γράφεις τα ψώνια της ημέρας, ότι σχέση και να έχουν με τον προϋπολογισμό της χώρας.
Όταν γράφεις ποίηση δε σε νοιάζει αν είναι ποίηση, ακριβώς επειδή είναι ποίηση και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αφού δεν ενδιαφέρει την ποίηση τι σχέση έχει με το στίχο, τι σε νοιάζει εσένα; Δε νομίζω ότι θα σε νοιάξει ξανά η διαφορά των δύο ενασχολήσεων. Γενικά ίσως γνωρίζεις ότι πολλοί σημαντικοί ποιητές έγραψαν και θαυμάσιους στίχους. Για το αντίστροφο θα σε γελάσω αν έγινε ποτέ, πάντως υπάρχουν και στιχουργοί που έγραψαν θαυμάσια ποιήματα, αλλά αυτοί ξεκίνησαν ως ποιητές.
Ελπίζω να σε αποθάρρυνα να προχωρήσεις σε τέτοια ψαξίματα που κάνουν κακό και στη στιχουργική και στην ποίηση, γιατί τους τραβάει την προσοχή από το θεάρεστο έργο τους.

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ
Όπως όλα τα τραγούδια είναι έντεχνα σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, έτσι και οι στίχοι τους έχουν και λογοτεχνική αξία, δηλαδή (χοντρά το λέμε) ποίηση. Ζυγαριά δεν υπάρχει. Το έργο τέχνης δημιουργεί συναισθήματα σε όποιον το προσλαμβάνει. Σε άλλον περισσότερα σε άλλον λιγότερα, σε άλλον θετικά σε άλλον αρνητικά συναισθήματα, μέσα σε κάποιον που βλέπει έργο ζωγραφικής ή διαβάζει πεζογράφημα γεννιούνται βαθιά συναισθήματα σε άλλον φόβου, σε παράλλον δεν ξέρει κανείς τίποτα. Το πώς συγκινείται κάποιος δεν είναι λογαριασμός δικός μας, αλλά ό,τι και ν’ ακούσει θα τον συγκινήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σ’ αυτόν ή άλλο τόπο. (Φτιάξαμε και στίχο;)
Το πόση ποίηση περιέχει ένας στίχος μπορούμε να πούμε εξαρτάται από τη συμπύκνωση νοημάτων του που ελπίζουμε να μη φτάνουν σε βαθμό ακατανόητου μπλαμπλαδισμού και ασυναρτησίας. Θα μπορούσαμε να πούμε πάλι χονδρικά, κάθε λέξη να διηγείται μια ολόκληρη ιστορία. Βαρύ, αλλά δίνει το στόχο μας. Συμπύκνωση νοημάτων δεν έχει μόνο ο στίχος αλλά και το σύνολο στίχων, ας μείνουμε στη στροφή. Ας προσπαθήσουμε μ’ ένα παράδειγμα να δούμε αν θα καταφέρουμε να το δείξουμε αυτό, δηλαδή να το δημιουργήσουμε:
«Ήρθα και σε βρήκα να μιλάς
Σ’ ένα παλιό αγαπημένο σου μπλουζάκι
Που πάλι όπως την πρώτη μας φορά φοράς
Σε κάθε επετείου μας το δύσκολο βραδάκι.»
Καλό; Ίσως. Έχει και δύο σοβαρές αδυναμία: ο δεύτερος στίχος του είναι ελλιπής, αποτελείται από ένα αντικείμενο που αναγκάζεται ο τρίτος στίχος να μας εξηγήσει τι είναι. Η δεύτερη πιο εμφανής: στον τρίτο επεξηγηματικό στίχο έχουμε το «…φορά φοράς». Δυο λέξεις νοηματικά σωστές εκεί, αλλά ακούγονται σχεδόν ίδιες κι αυτό δημιουργεί μια στιγμιαία απορία που φρενάρει τη ροή πρόσληψης του ακροατή. Τέλος πάντων, τα λάθη χρειάζονται για να μην τα ξανακάνουμε.
Για να μην βγούμε από το θέμα, μπορούμε να συμπυκνώσουμε νοηματικά τη στροφή μπας και δημιουργήσει συναισθήματα; Θα μειώσουμε την περιγραφική του διάσταση, αλλά δεν έχει σημασία, συναισθήματα θέλουμε να δημιουργήσει. Προσοχή αυτό να τα δημιουργήσει όχι εμείς. Εμείς λείπουμε από την παρέα, που την αποτελούν ο στίχος μας, η μουσική, η φωνή του τραγουδιστή και ο ακροατής. Όμως μην ξεχνιόμαστε ας το συμπυκνώσουμε. Μπορεί να του βάλουμε και λίγη ποίηση μέσα:
«Στο μπλουζάκι πάνω σου μιλάς
Γιατί ’ναι πάλι δύσκολη βραδιά επέτειού μας.»
Αυτοί οι δύο στίχοι λένε σχεδόν όσα και οι τέσσερις προηγούμενοι, εκτός του ότι το μπλουζάκι είναι αγαπημένου εκείνου ή εκείνης που το φοράει και του μιλάει, αλλά δε χρειάζεται να το γράψουμε, αυτό εννοείται. Τώρα, μετά τη συμπύκνωση μπορούμε να βάλουμε κι άλλα νοήματα, ιστορίες, ό,τι θέλουμε.
Τι ρωτήσατε; Αν δεν συμπυκνώνουμε τι θα πάθουμε; Για να πούμε ολόκληρο αυτό που θέλουμε, το τραγούδι με στίχους δικούς μας θα έχει 5-6 κουπλέ και θα διαρκεί 20 λεπτά. Ωραίος κανόνας που τον παραβίασε πιο ωραία μετά τον Διονύση Σαββόπουλο και το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» των 90 στίχων από τη «Ρεζέρβα» του «Φορτηγού» και του 1979, έρχεται και ο Φοίβος Δεληβοριάς 18 χρόνια μετά με «Εκείνη» από τα «Χάλια» του 1998 με έντεκα τετράστιχα, παρακαλώ κι όταν τελειώσει το τραγούδι θες να το ξανακούσεις.
Γεννιέσαι την έχεις μητέρα
πηδάς στον αέρα σκας στο πάτωμα
εκείνη σε βάζει στην κούνια
στα μάτια σαπούνια και γαλάκτωμα

Σου δείχνει πώς κάνει η πάπια
και μοιάζει με κάποια που `χες γκόμενα
στο μέλλον με τ΄ άσπρα φωτάκια
και με τ΄ αστεράκια τα φλεγόμενα

Μετά που σε στέλνουν σχολείο
στο δίπλα θρανίο εκείνη κάθεται
μικρή με τα ροζ κοκαλάκια
και τα ποιηματάκια που θα μάθετε

Για να σε προσέξει ρεψίματα κάνεις
χτυπιέσαι στους δρόμους πλακώνεσαι
της σπας με νεράντζια τα τζάμια
κι από την ταράτσα πηδάς και σκοτώνεσαι

Σηκώνεσαι κι είσαι δεκάξι
βαριέσαι στην τάξη γράφεις ποιήματα
το στήθος της θέλει να σπάσει
κυλιέται στα δάση και στα κύματα

Ποιος στίχος σου θα τη χωρέσει
που θέλει να αρέσει στους ακέφαλους
που δίνει φιλιά μες στα δόντια
κι ανοίγει τα πόδια σ΄ άγνωστους φαλλούς

Την ψάχνεις το σκας απ΄ το σπίτι
σε σέρνει απ΄ τη μύτη αυτό το βάλσαμο
αυτή η μυρωδιά από γαζία
αυτή η τυραννία σε τραβά ενώ

Κανένας βοηθός δεν υπάρχει
να πει τι έχεις πάθει τι σε πόνεσε
κι εκείνη δε λέει να κοιτάξει
γκαζώνεις τ΄ αμάξι χτυπάς και σκοτώνεσαι

Λοιπόν έχω βγάλει και δίσκο
και πάλι δε βρίσκω εκείνο που `θελα
πριν βγω στη σκηνή νιώθω χάλια
αδειάζω μπουκάλια με θολά νερά

Μα σαν το συγκρότημα βγαίνει
μπροστά φωτισμένη εκείνη κάθεται
χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια
χωρίς ποιηματάκια που θα μάθετε

Περνάω την κιθάρα στο βύσμα
με πιάνει ένα πείσμα απογειώνομαι
αρχίζω τον πρώτο μου στίχο
τρυπάω τον τοίχο και σκοτώνομαι
Στα δικά μας τώρα, με αναλυτική γραφή δύο τετράστιχα θα περιέχουν μια ιστορία όπως «Έκλεισες την πόρτα πίσω σου και κλαίω». Αυτό δεν χρειάζεται κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ για να ειπωθεί. Του αρκεί, χωράει άνετα, σε ένα μόνο στίχο. Ο,τιδήποτε άλλο βάλουμε για να συμπληρώσουμε τους τουλάχιστον 12 στίχους των τριών στροφών θα είναι περιττό ή τετριμμένο και σίγουρα όχι ενδιαφέρον. Εκτός αν βάλουμε μέσα και μια παράλληλη ιστορία, αλλά άβυσσος η ψυχή και τσέπη του πελάτη μας, ας μην τον ζορίσουμε πολύ γιατί θα πάει στο δίπλα μαγαζί και καλά θα κάνει.
            Μην προσπαθείτε να βάλετε πολλή ποίηση στους στίχους σας γιατί στην κορυφή δεν υπάρχει ο κότινος της νίκης αλλά ένα τέλειο ποίημα που μεσουράνησε στα τελευταία θρανία των ετών του εξατάξιου γυμνασίου: «Από την πόρτα σου περνώ / και τηγανίζεις ψάρια / για πέτα μου ένα κεφτέ / και ωχ το μάτι μου».
Έχει πάρα πολλή ποίηση μέσα του, κάργα συμπύκνωση και παρομοιώσεις και μεταφορές. Στέκει σκηνικά και στο μουσικό θέατρο, έχει και ανατροπές. Προσέξτε:
Στη μια άκρη της σκηνής ένας ελεγκτής της εφορίας ψάχνει τα κουδούνια διαμερισμάτων στο διάδρομο. Στην άλλη άκρη (μάλλον τη δεξιά) τρεις ακροδεξιοί  με χαρακτηριστικές μπλούζες ορμάνε σε έναν μυστακοφόρο σκουρόχρωμο μάγειρα από το Λασίθι, επειδή προφανώς τον πέρασαν για Πακιστανό. Στη μέση της σκηνής και μπροστά ένα ανδρόγυνο αριστοκρατών κάθεται και τρώει σ’ ένα μακρύ τραπέζι ο σύζυγος στη μία άκρη και η σύζυγος στην άλλη τρία μέτρα μακριά.
Ελεγκτής της εφορίας: (τραγουδιστά βέβαια) «Από την πόρτα σου περνώ» 
Τρεις ακροδεξιοί: (εν χορώ) «… και τηγανίζεις ψάρια»  (Το κάθαρμα, σίγουρα ψάρια όχι ελληνικά, αλλά εισαγωγής)      
Αριστοκράτης: (στην σύζυγό του, πάντα τραγουδιστά) «Για πέτα μου ένα κεφτέ». (Δεν φτάνει στη γαβάθα και δεν θέλει να σηκωθεί, ο υπηρέτης λείπει, όπως θ’ αποδειχθεί του κλέβει εκείνη τη στιγμή ένα πούρο και πίνει από το μπουκάλι το ουίσκι στο γραφείο του)
Ένας ακροδεξιός: «Και ωχ το μάτι μου». (Ο Λασιθιανός μάγειρας δεν μασάει και του έχωσε στη μούρη ένα τεράστιο κρεμμύδι που κρατούσε την ώρα που τον «συνέλαβαν»)
            Το τραγούδι όταν έχει λογοτεχνική αξία μπορούμε να πούμε ότι περιέχει ποίηση. Όταν όμως έχει αμπελοφιλοσοφίες, τότε περιέχει αυτό που συγκαταβατικά φτύνει ο Σταμάτης Κραουνάκης ως «Ποίησις».
            Κι εγώ στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια –που κράτησαν πολύ- διετέλεσα φέρελπις νέος βραβευμένος ποιητής του οποίου ποιήματα εκδόθηκαν σε συλλογές χωρίς να πληρώσει, αλλά μια μέρα είπα «Γεια σας θ’ ασχοληθώ με τη στιχουργική». Από τότε όταν έγραφα στίχους έγραφα στίχους. Μέσα σε 20 χρόνια είναι ζήτημα αν έγραψε 2-3 ποιήματα. Τα έγραψα όμως ως ποιήματα και όχι ως «προχωρημένους στίχους». Το ποίημα είναι ποίημα επειδή ο στίχος τραγουδιού είναι στίχος τραγουδιού. Ακόμα και το μελοποιημένο ποίημα είναι ποίημα και έτσι γράφτηκε. Ποιητές γράφουν στίχους τραγουδιών αλλά τους θεωρούν στίχους τραγουδιών, γιατί έτσι τους γράφουν και έτσι είναι. Γράφετε απλούς και όχι υπογλώσσιους στίχους. 

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ ΣΤΙΧΟΥ
Όταν η συμπύκνωση γίνεται αισθητή τότε ο ακροατής δεν κατάλαβε τι θέλει να πει ο ποιητής. Αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μία λέξη στο στίχο μας ή χωρίς μία πληροφορία τα βάζουμε σε μια σακούλα, τα πετάμε στην ανακύκλωση γι’ αργότερα,  και βάζουμε στη θέση τους κάτι πιο απαραίτητο. Π.χ δεν θα γράψουμε για κόκκινα παπούτσια παρά μόνο αν υπάρχει λόγος όχι κατ’ ανάγκην νοηματικός. Μπορούμε να γράψουμε για λασπωμένα παπούτσια όταν υπάρχει λόγος που ενδιαφέρει αυτό. Χώρια που μπορούμε να πούμε «Μπήκε λάσπη στο δωμάτιο με το πρώτο σου βήμα». Ωραίο ακούγεται αλλά έχει άλλο λόγο να δικαιολογήσει την παρουσία του στο στίχο; Αν δεν έχει, τότε αντίο και να μας γράφει. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε έμμεσα ότι βρέχει. Και τι νοιάζει αυτό τον ακροατή ή τον ήρωα της ιστορίας; Αν η βροχή δεν χρειάζεται, γιατί να πιάσει; Επειδή μας κάνει μούσκεμα, σαν την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε; Στέκει. Μόλις πλύναμε και τ’ αμάξι κι απλώσαμε ρούχα; Το παρατραβάμε. Θέλουμε να  δείξουμε ότι ασχέτως του αν βρέχει ότι ο άλλος (ή η άλλη) ήρθε από χωματόδρομο ή χωράφι που προφανώς ήταν βρεγμένος; Θέλουμε να δείξουμε ότι περπατά απρόσεκτα; Ότι δεν τον (την) ενδιαφέρει αν λερώνει το χαλί μας; Ότι πήδηξε τη μάντρα και πάτησε στον κήπο μας με το αυτόματο πότισμα; Αν δεν θέλουμε να δείξουμε τίποτα από αυτά ή άλλα πιθανά κι απίθανα γιατί να χρησιμοποιήσουμε αυτή την πληροφορία; Υπάρχει και η συμπύκνωση χρόνου

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Ναι, να διηγηθούμε μια ιστορία αλλά να μη μετράμε όλα τα βήματα. (Ο Νίκος Καββαδίας στο …… που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος κι ερμήνευσε ο Γιάννης Κούτρας δεν μας τάραξε στο μπλα-μπλα για τους διακόσιους της Καισαριανής και το πόσες ώρες τους εκτελούσαν γιατί δεν μπορούσαν να τους στήσουν στον τοίχο όλους μαζί. Μας είπε πολύ απλά: «Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω / κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.» («Σταυρός του Νότου» 1979)

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΛΟΚΗ ΣΤΟ ΣΤΙΧΟ;
Ναι, αλλά μόνο η μικρού μήκους. «Ήρθα να σε βρω στο μαύρο τ’ ουρανού μας» και όχι «Ήρθα απόγευμα να σε βρω, γιατί όταν πλησιάζει η νύχτα ξέρω πως αισθάνεσαι καλύτερα για μένα αν βέβαια δεν έχεις μόλις τηλεφωνηθεί με τον κακό που σε πήρε από τα χέρια μου και χάλασε τις ζωές μας.»

ΝΟΗΜΑΤΙΚΟ ΜΗΚΟΣ
Το νόημα όλων των στίχων ενός τραγουδιού πρέπει υπό φυσιολογικές συνθήκες να είναι κάτι συγκεκριμένο. Για παράδειγμα, στο «Ένας Τούρκος στο Παρίσι» ο Ισαάκ Σούσης έβαλε τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να μελοποιήσει και να κυκλοφορήσει το 1996 στο «Παυσίλυπον» τραγουδώντας για κάποιον που ζηλεύει το γάτο της γκόμενάς του. Στο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ένα παλικάρι είναι στη φυλακή. Μαθαίνοντας ότι κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1947 σε δίσκο 78 στροφών καταλαβαίνουμε κι άλλα από το «σκοτάδι» που «είναι βαθύ» και τη συνέχεια των στίχων. Και να μην τα ξέρουμε αυτά όμως καταλαβαίνουμε αμέσως περί τίνος πρόκειται. Αντιλαμβανόμαστε αμέσως τον τόπο και σκιαγραφούμε τον άνθρωπο. Σαφέστερα φτάνει μήνυμα στ’ αυτιά μας αν γνωρίζουμε και ότι «…στο στενό το παραθύρι / που φωτίζει με κερί» έβαλε χέρι η λογοκρισία που ανάγκασε τον δημιουργό να αλλάξει το αρχικό «…που φωτίζει το κελί». Για την ιστορία, πρώτη εκτέλεση του «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» έκανε η Στέλλα Χασκίλ. Το παλικάρι του κελιού μπορεί και να εκτελέστηκε. 
Σε ένα από τα καλύτερα ελληνικά που γράφτηκαν ποτέ, όπως και το παραπάνω, οι στίχοι πραγματεύονται το βάσανο κάποιου που θέλει να βολτάρει με τη γκόμενα που ονειρεύεται και μας αραδιάζει και τα μέρη της βόλτας που ονειρεύεται. Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου* είναι η «Φραγκοσυριανή» που μας διδάσκει ότι το κεντρικό νόημα του στίχου, αλλά και τα δευτερεύοντας νοηματικά υλικά καλό είναι να απλώνονται μέχρι το πολύ σε δύο στίχους. Π.χ. «Μια φούντωση μια φλόγα /  έχω μέσα στην καρδιά». Ίσως πονάει και το κεφάλι του, ίσως δε μπορεί να σύρει τα πόδια του, αλλά τι σημασία έχουν αυτά; Μόνο η φλόγα στην καρδιά φτάνει για να καταλάβουμε ότι είναι καψούρης. Ο «ποιητής» δεν συνεχίζει την περιγραφή του εσωτερικού του πόνου γιατί το πώς είναι ακριβώς αισθάνεται ο καψούρης είναι δουλειά ψυχολόγου ή κοινωνιολόγου, δεν ξέρουμε τίνος άλλου, πάντως όχι του στιχουργού, ο οποίος με σοφία μετά την «καρδιά» σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει από το παράθυρο. Από εκεί βλέπει (και δείχνει) την αιτία του πόνου: «Λες και μάγια μου ’χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά.» Η τύπισσα πιθανώς βρίσκεται στην Άνω Σύρα κι έχει σχέσεις με μεταφυσική ή απλώς είναι πολύ όμορφη κι ας είναι φτωχιά αφού είναι καθολικιά. Της Σύρου. Αφού μπορεί στον τρίτο και στον τέταρτο στίχο ο Μάρκος να πει τόσα πολλά γιατί να μας μπουχτίσει με το κεφάλι του που πονάει ή τα πόδια του που σίγουρα σέρνει με δυσκολία;
«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, το σκοτάδι είναι βαθύ».Αρκεί. Δεν χρειάζεται να περιγράψουμε άλλο τον καιρό γιατί δεν φτιάχνουμε δελτίο καιρού. Στίχους γράφουμε. Ο «ποιητής» απλώς εξηγείται «ζωγραφίζοντας» μια νύχτα που έρχεται χωρίς φεγγάρι. Λίγα λόγια, μόνο τ’ απαραίτητα και τ’ αληθινά. Από το βαθύ σκοτάδι ο στίχος μάς περνάει μέσα: «Κι όμως ένα παλικάρι δε μπορεί να κοιμηθεί». Απλό και αληθινό, γιατί παλιά στην επαρχία που με το ρεμπέτικο μπήκε στις πόλεις, όταν η νύχτα δεν είχε φεγγάρι έπαυε κάθε νόμιμη δραστηριότητα στο χωριό, χωνόμασταν μέσα και αποφεύγαμε να βγούμε έξω, γιατί δεν βλέπαμε πού να πάμε ή να γυρίσουμε.
            Ίσως αναρωτιέστε πώς γίνονται αποδεκτοί από κοινό-πελάτες και κριτικούς-παρουσιαστές ακαταλαβίστικοι στίχοι, στροφές ή και ακαταλαβίστικα τραγούδια ολόκληρα. Όταν γίνεται αποδεκτό το ακαταλαβίστικο (και πολλά ακόμα) τότε έρχεται από πολύ δυνατό πομπό. Ακαταλαβίστικα τραγούδια μπορούν να περάσουν τραγουδιστές ή φωνές με δυνατή προσωπικότητα (Αρβανιτάκη, Πρωτοψάλτη…) στιχουργοί με δυνατή προσωπικότητα και εικόνα όπως Νικολακοπούλου, πάντα με την κυρίαρχη συνοδεία  δυνατής μουσικής (Αντύπα, Σπανουδάκη…) Εσύ όμως, όσο παραμένεις ένα απλός στιχουργός πριν μεγαλουργήσει, επειδή δεν είσαι σίγουρος ότι ο στίχος σου θα εξασφαλίσει τόσο δυνατά διαβατήρια φρόντισε να είναι κατανοητός. Αλλάζοντας «πλάνο» από τον ένα στίχο στον άλλο να είσαι σίγουρος ότι σε ακολουθεί ο ακροατής και δεν έχει μείνει στο προηγούμενο.
            Εξαίρεση στο σκόρπιο «Πότε Βούδας πότε Κούδας» που είναι σκορποχώρι, αλλά όχι δυσνόητο, διότι πολύ απλά πρόκειται για μία συλλογή συμβόλων και συμβολισμών, για σκέψεις όπως έρχονται στο μυαλό μας: ανάκατα, όπως όλες.

*Αναφορά στην κλασική ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, 1977.


ΕΠΩΔΟΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ
Επιστολή σ’ έναν επίδοξο στιχουργό
Όσο κι αν σε στενοχωρώ δε θα στο κρύψω: μη νομίζεις ότι επειδή βρήκες ομοιοκαταληξία έφτιαξες στίχο άξιο για τραγούδι. Μπορεί βέβαια και να έχεις δίκιο, μην ξεχνάς όμως ότι η ομοιοκαταληξία είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει ίσως επειδή θεωρείται δεδομένη,. Άλλο δεδομένη όμως κι άλλο πάει και τέλειωσε, κερνάω. Δώσε στον τραγουδιστή και κατ’ επέκταση στον ακροατή συναίσθημα, ρυθμό, κύματα συναισθημάτων, δώσ’ του αλήθεια, δώσ’ του τη ζωή του πίσω με στίχους, δώσε τις εικόνες των παιδικών και των άλλων καλύτερων η χειρότερων χρόνων. Μπορείς να δώσεις κι άλλα, αλλά δεν χρειάζεται, όσα έδωσες μέχρι εδώ φτάνουν. Ίσως δεχτείς ευχαριστίες για οτιδήποτε έδωσες, αλλά μην περιμένεις κανένα «ευχαριστώ» για μια ομοιοκαταληξία σου. Κι αν ακούσεις κάτι τέτοιο κοίτα να κρυφτείς. Μάλλον δεν έγινε αντιληπτό τίποτ’ άλλο από τα προηγούμενα που υποτίθεται πρόσφερες απλόχερα. Ναι, αυτά που πρόσφερες αι να μην έχουν ομοιοκαταληξία δεν θα προλάβει να το προσέξει κανείς, γιατί όλα αυτά τα θαυμάσια που μάλλον έχεις μοιράσει, θα δώσουν με τη σειρά τους στον συνθέτη των στίχων σου την ευκαιρία να βγάλει από μέσα του μια; θαυμασίως ενοχλητική μουσική ικανή να καλύψει ό,τι λείπει και από το στίχο και από τα ασφαλιστικά ταμεία. Θα δώσει πολλά περισσότερα στο στίχο, όχι κατ’ ανάγκην στα ταμεία. Αν δε με πιστεύεις ρίξε μια ματιά στη ανομοιοκατάληκτη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου και θα δεις κι εσύ ότι κάποιος Μπιθικώτσης μέσα σου επαναλαμβάνει τα ίδια τραγουδώντας Θεοδωράκη από το 1966 που είναι αδύνατον να θυμάσαι. Γι’ αυτό και πολλά άλλα υπάρχουν οι στίχοι.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε,
όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους
η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
από τις τρύπες του πανωφοριού τους
μπαινοβγαίνει ο θάνατος

πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους
η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
από τις τρύπες του πανωφοριού τους
μπαινοβγαίνει ο θάνατος

Πάνoυ στα καραούλια πετρώσαν
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
τώρα γεμίζουν τα κανόνια τους
τώρα γεμίζουν μόνο με την καρδιά τους.

2 σχόλια:

Unknown είπε...

Εσύ βάλθηκες αμέτι μου χαμέτι να μας κάνεις στιχουργούς. Μην ανοίγεις το κουτί με τα μυστικά. ¨Άσε μας απλά να απολαμβάνουμε τα στιχάκια σου!

Dimitris Tsakalias είπε...

Μου είχε κρατήσει για έγκριση το μήνυμά σου και το είδα σήμερα. Συγνώμη για την καθυστέρηση. Σε λίγο απάντηση μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που κυκλοφορεί μέσα στην επόμενη εβδομάδα.