15/6/18

Ένα κείμενο προφητικά επίκαιρο


Φεύγεις ή μένεις για ν’ αντισταθείς ή όχι

ΜΗΧΑΝΕΣ ΑΠΟ ΚΡΕΑΣ

Στο στρατόπεδο συγκεντρώνονταν κι Εβραίοι φουρνάρηδες. Όχι μόνοι τους, ούτε με τη δική τους θέληση.

Ένας ουρανός με πίεζε κατάμαυρος. Ανάσαινε πιτσιλισμένος ασπριδερές γραμμές, ίδιος με πεταμένα από καιρό λάστιχα αυτοκινήτων σε ηλιόλουστο χωράφι. Με πίεζε σαν ορφανή δεξιά λυσσασμένη μπότα στο κεφάλι μου ο ουρανός, με αστραπές σαν χαστούκια και με υβριστικές βροντές.

Απ' όσο θυμάμαι, δεν πήρα παυσίπονο.

Ένα μαύρο παγερό φως χτυπούσε τα μούτρα μου και μου έριχνε την όραση στο λασπωμένο πάτωμα μαζί με την αξιοπρέπεια που θ’ αχνόφεγγε πριν εγκαταλείψει το μέτωπό μου.

Σκούπισα τις σταγόνες που μ’ έδερναν παρέα μ΄ έναν μανιασμένο άνεμο, άπλωσα τα χέρια μου ως τη ματιά μου και πέρασα μ’ όλο μου το σώμα την τεράστια σπασμένη πόρτα της αποθήκης, τελείως άδεια από οτιδήποτε δεν ήταν άνθρωποι σκεπασμένοι με σκισμένα ρούχα, μελανιές, αναστεναγμούς πόνου κι αίματα από πληγές και πνιγμένες λέξεις που για κάποιο λόγο φοβούνταν να βγουν από το στόμα και προσπαθούσαν από τα μάτια, αλλά γύρναγαν πάλι πλάτη με σκυμμένο κεφάλι, μην πνιγούν στα παγάκια που λιώνονταν κάτω από σβησμένα βλέμματα ακίνητα, χαμένα, καρφωμένα σαν οικογενειακά κάδρα σ’ ένα παρελθόν γεμάτο βαθιές νύχτες, όχι μέρες.

Ξαφνικά από μια γωνία της αίθουσας, κοντά είκοσι μέτρα δεξιά ή αριστερά μου, είδα να σέρνεται προς το μέρος μου η μάνα μου, με τα μαλλιά της χυμένα στο πάτωμα να έχουν μακρύνει και να κρύβουν στη σκιά του το χαραγμένο της πρόσωπο. Την κατάλαβα μόνο από τη φωνή της:
«Φύγε… όπου να ‘ναι έρχεται ο Χίτλερ». Και χάθηκε μέσα στο μαξιλάρι μου.

Ξύπνησα τριγυρισμένος από ιδρώτα που έτριβε το σώμα μου. Ήταν ζεστός ο Οκτώβριος και γι’ άλλη μια χρονιά βιάστηκα να κατεβάσω το πάπλωμα από τη ντουλάπα. Φοβόμουν μην κρυώσω. Τίποτ’ άλλο.

Λίγη συννεφιά από το παράθυρο γκριζάριζε τους τοίχους και τα κάδρα. Έκλεισα το τηλέφωνο με το ένα μάτι μου να γελά και το άλλο ν’ απορεί:
«Είναι καλά η μάνα μου, τι μ’ έπιασε να την ξυπνήσω;»

Έδεσα πάνω του το κράνος και κλείδωσα το μηχανάκι μου έξω απ’ το σταθμό του μετρό με τα σπασμένα κρύσταλλα, κάτω απ’ το υπόστεγό του, γιατί ο ουρανός υποσχόταν ν’ απειλήσει με βροχή.

Σε λίγο, στο βαγόνι που είχε σταθεί μπρος μου στο λαγούμι του, θα πανηγύριζα που βρήκα θέση να κάτσω, δίπλα στην ενοχή μου μην τυχόν κάποια ανήμπορη γριούλα ή γεράκος μόλις διαπίστωσαν πως την έχασαν κι αυτήν.

«Οι μηχανές, παιδί μου, θα επαναστατήσουν, όχι όμως κόντρα στ’ αφεντικά τους που γνώριζαν γιατί τις έφτιαχναν, αλλά και πού να ψάξουν να τις βρουν πριν τις κάνουν μηχανές. Άνθρωποι ήταν, γιατί μόνο άνθρωποι επαναστατούν, μόνο άνθρωποι μπορούν να σκοτώνουν ανθρώπους για να τους φάνε άλλοι άνθρωποι. Τι άνθρωποι, ε; Οι μηχανές θα επαναστατήσουν στους ανίκανους πια ένστολους να σώσουν την εξουσία των αφεντικών τους».

Πετάχτηκα απ’ τον ύπνο του λαγού και ίσα που πρόλαβα να βγω από τη συρόμενη πόρτα που έκλεινε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Φοβήθηκα μη μου μαγκώσει το μπουφάν. Τίποτ’ άλλο.

Ο ουρανός πάνω απ’ το σταθμό ήταν αναποφάσιστος. Ούτε έβρεχε, ούτε δεν έβρεχε. Αυτό μου έλεγαν κάτι σταγόνες στο μέτωπό μου μικροσκοπικά επικίνδυνες, σαν μύτες καρφίτσας που έσκιζαν κύματα στο βοριαδάκι με δρεπανηφόρα ταχύπλοα.

Μετά από δύο σκονισμένες ώρες, ξεραμένες στο αιρκοντίσιον,  θα σηκωνόμουν από την καρέκλα του γραφείου μου λαχανιασμένος σαν να αναδύθηκα από βυθό που ήταν ξαπλωμένος στα 5-6 μέτρα κάτω απ’ το κύμα που απειλούσε να χτυπήσει μιαν ακτή γεμάτη κοφτερές πέτρες και ματωμένα σύνεργα βατραχανθρώπων. Ένα ζωντανό χταπόδι στο χέρι μου με είχε αρπάξει πριν κλείσω φοβισμένος το σεντούκι του θησαυρού.

Έβγαζα ηδονικά το αισιόδοξο χέρι μου από τον δυσάρεστο πάτο του, όμως αντί ν’ ακούω αυτό που περίμενα χρόνια, τα κουδουνίσματα των χρυσών και αργυρών κερμάτων με τα διαμάντια και τα μαργαριτάρια ανάμεσά τους που έβλεπα σε ταινίες με πειρατές, άκουγα κάτι οξύμωρο, σαν να ’παιρνα βαθιά ανάσα μέσα σε φυσαλίδες που έσκαγαν με ρυθμό ζεϊμπέκικου με στροφές και παλαμάκια από μαχαιροβγάλτες της Κρεμμυδαρούς:

«Ομάδα πενήντα ακριβώς ναζιστών βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην κεντρική πλατεία. Το αστυνομικό τμήμα της περιοχής βρέθηκε εντελώς άδειο, κανένα όργανο της τάξης όμως, δεν βρίσκεται κοντά στον λόχο των ακροδεξιών που ετοιμάζονται να εισβάλουν στο δημαρχιακό μέγαρο».

Έτριψα τα μάτια μου και τεντώθηκα, όπως είχα ξεχάσει να κάνω το πρωί. Είδα την ενημερωτική αυτή φωνή, ήταν από το κινητό συναδέλφου μου που δε θυμάμαι τ’ όνομά του γιατί δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ να του μιλήσω, αφού δεν άκουγα ό,τι κι αν έλεγε.

Η καθιερωμένη μοναχική σιέστα μου τελείωσε γεμάτη θορύβους από κοπτικές μηχανές, εργαλεία για κλαδιά που άρχιζαν πάλι να βήχουν λίγο πριν τις πέντε το απόγευμα. Ίσως ήταν κάποιοι αργόσυρτοι πυροβολισμοί. Ευτυχώς η ψιλή βροχή θα έστελνε τα κοπίδια στα υπόγεια να φυλαχτούν ή να βασανίσουν με άλλο τρόπο. Μια ακατάδεκτη βροχή γεμάτη αγκάθια χτυπούσε τα πάντα, σ’ όλο το σπίτι δέκα χρόνια πίσω, εκτός από το κουδούνι μου.

Έκλεισα την πόρτα του μπάνιου μου απαλά μην κάνω θόρυβο, λες και βρισκόταν κάποιος στο σπίτι μου, την κλείδωμα μάλιστα μ’ επιμέλεια και την δοκίμασα μην τυχόν και ανοίγει, πριν φυτευτώ στη ντουζιέρα θαμμένος στο προστατευτικό πλαστικό χώρισμα για τα νερά ή για οτιδήποτε άλλο, πάντως όχι αλεξίσφαιρο.

Άνοιξα βιαστικά τη χλιαρή βρύση και γέμισα τα μαλλιά μου σαμπουάν κοιτώντας πού είχα αφήσει το μοσχοσάπουνο και το παχύ σφουγγάρι. Ήθελα να φορέσω  πατόκορφα πολύ αφρό, σαν να φοβόμουν κάτι περισσότερο από τη δυσοσμία του ιδρώτα που με τύλιγε μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν να ήθελα να βγάλω και κάτι ακόμα από πάνω μου. Το τηλέφωνο του μπάνιου άρχισε να μουρμουρίζει αυτό που είδα στον απομεσημεριανό μου ύπνο και χυνόταν στο φρεάτιο:
«Τους αφήναμε να κάνουν τη δουλειά μας αυτοί, αλλά πού να φανταστούμε ότι κάποτε θα ήμασταν εμείς η δουλειά τους».

Η εικόνα από τα πλακάκια στο ύψος των ματιών, μου θύμιζε ότι ’χα συμπληρώσει μισή ώρα μούχλας στο τεμπέλικο κυλικείο της δουλειάς, λίγο πριν φτάσω στη μέση το δεύτερο σάντουιτς. Δεν είχα κουνήσει το αριστερό αυτί μου που ήταν καρφωμένο στα λόγια ενός αστυνομικού που από τον τρόπο που μιλούσε φανταζόμουν ότι κάθε τόσο έριχνε φευγαλέες ματιές προς την πόρτα και όλα τα παράθυρα του χώρου. Η οπλισμένη φωνή του συνέχιζε την πορεία της προς το κεφάλι μου γλιστρώντας στο λαβύρινθο της ακοής μου, τόσο χαμηλόφωνα δυνατή σε πάθος, που από τις τρύπες των στρογγυλών γραμμάτων μπορούσε κάποιος να δει τις αμυγδαλές:
«Τα μαλακισμένα οι αναρχικοί σιγά-σιγά άφησαν τον ανταρτοπόλεμο και άρχισαν να ορμάνε με στειλιάρια στα ξυρισμένα κεφάλια που τότε βρήκαν ευκαιρία και το ‘ παιξαν αμυνόμενοι και άδειασαν οπλοστάσια που κρύβανε παντού, σε κάθε ντουλάπα. Τους βλέπαμε που εκπαιδευόντουσαν λοκατζήδες, αλλά πού να πάει το μυαλό μας, ρε!... Ο προηγούμενος υπουργός είχε πει στους αποπάνω να μην ορμάμε εμείς στους απεργούς, αλλά ν’ αφήνουμε τα ξυρισμένα κεφάλια να το κάνουνε για να μη χάνει ψήφους το κόμμα. Πού τα βρήκανε τα λεφτά για τόσα όπλα, ρε; Γιατί δε μας προστατεύει κανείς εμάς τώρα; Ο άλλος φοβάται να στείλει στρατό γιατί, λέει, θα ενωθεί μαζί τους. Στην αρχή χάρηκα που τους την είχανε στημένη οι δικοί μας, αλλά δεν ήξερα ότι θα κυνηγάνε κι εμάς για να τους συμπαθήσει ο κοσμάκης».

Πολλά άκουσα τότε, πολλά και πολύ καλοφτιαγμένα λόγια. Αποκλείεται να τα είχε πει ο μπάτσος στο κυλικείο που κρυβόταν στο διπλανό τραπέζι έτοιμος να το φορέσει καπέλο για μην τον διακρίνουν.

Μάλλον με είχε πάρει ο ύπνος στο ντους.

Αλλά τι ύπνος ήταν αυτός; Πόσο κοιμάμαι; Από πότε δεν πήρα είδηση ότι έπεσε νεκρή, για όσο ήταν να μείνει πεσμένη, η Βουλή των Ελλήνων; Η θέλησή μας.

Τα ξυρισμένα κεφάλια  μπουκάρανε στο κτήριο της Βουλής ψάχνοντας το φόβο των άλλων να τον πετάξουν στην άσφαλτο απ’ τα παράθυρα. Το κάψανε και φρόντισαν αμέσως μετά ν’ ανοίξουν τα παλιά σκυλάδικα, αλλά δε στάθηκαν οι ίδιοι μπροστά, βάλανε άλλους στην πόρτα να δέρνουν.
Έπρεπε να φοβηθώ αυτό τον ύπνο, όπως φοβάμαι τώρα μην ξυπνήσω και τα δω όλα αυτά αληθινά. Πού να τα δω όμως; Νύχτωσε για τα καλά και πάνω απ’ τις κολώνες της αλλοδαπής πια ΔΕΗ αστράφτει και βροντάει. Η αποθήκη απέναντι, δεν ξέρω γιατί και πώς, άναψε ασθμαίνοντα φώτα.

Ένας εκκωφαντικός μπάσος, αλλά μυτερός  γεμάτος σπίθες γδούπος, κάτι σαν τον μανιασμένο άνεμο της αρχής που χτυπάει καμπάνες στα μυαλά μας, έκρουσε τη μεγάλη πόρτα της αποθήκης στο πλάι. Πρέπει να την έσπασε, γιατί ακούω τα σίδερα να πατιούνται από βαρύ όχημα.

Και απόψε θα κοιμηθώ κάτω απ’ το κρεβάτι να δραπετεύσω από αυτό το άγνωστο μπροστά μου, που σιγά μην και δεν το φοβηθώ.