Οδηγίες για στίχους

Πολλές φορές κάποιοι είπαν ότι για να δεις αν ένα στιχούργημά σου θα έχει μέλλον ας σκεφτείς εσύ ή και άλλοι στους οποίους θα το δείξεις, ποιος τραγουδιστής ή τραγουδίστρια θα μπορούσε να το πει. Όταν αποκτήσετε αρκετή επαγγελματική εμπειρία θα καταλάβετε από πρώτο χέρι πόσο έξω μπορείτε να πέσετε, εσείς και αυτοί που κάποτε χρίσατε συμβούλους σας, σε τέτοιες προβλέψεις.

Φτιάχνω μόνο εικόνες που υπάρχουν
Άκουσα τυχαία σ' ένα τραγούδι “αετός δικαιοσύνης”. Δεν ήταν “ποίησις” ήταν στίχος σε τραγούδι που ακούγεται στην καθημερινή ζωή και για τα συναισθήματα που καλείται να προκαλέσει δημιουργεί και εικόνες. Πώς να φανταστεί όμως ο ακροατής ένα αετό δικαιοσύνης; Κάποιοι έχουν δει στην πραγματικότητα ή και σε φωτογραφία, σε ταινία, σε ζωγραφικό πίνακα ή μπορούν άνετα να φανταστούν χωρίς καμία προϋπόθεση πχ τον γυπαετό, τον χαρταετό κλπ. Τον αετό δικαιοσύνης όμως; Ακούγοντας ένα τραγούδι μπορούμε να δούμε μέσα μας το σφυρί της δικαιοσύνης, που χρησιμοποιεί ο δικαστής, σε ομαλές καταστάσεις για την έναρξη και τη λήξη της δίκης, ξέρουμε κτήρια δικαιοσύνης, βλέπουμε λειτουργούς δικαιοσύνης, αλλά αετό; Πουθενά. Ούτε καν σε κάποιο παραμύθι, παγκοίνως γνωστή ταινία, μυθιστόρημα ή άλλο αφήγημα. Θα μπορούσε εδώ ο “¨ποιητής” αντί για “αετό δικαιοσύνης” να χρησιμοποιήσει, ας πούμε, παρομοίωση, για το δίκιο, τη δικαιοσύνη ψηλά σαν αετό. Τότε αρκεί να σχηματίσει ο ακροατής την εικόνα ενός απλού αετού χωρίς “ποιητικές” προεκτάσεις.


ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΥΞΗ
Ο ρυθμός της μουσικής είναι σχεδόν πάντα “δισύλλαβος”. Τι γίνεται όταν έχουμε προπαροξύτονη καταληκτική λέξη; Μη βιαστεί να πει κανείς ότι μετράει η τελευταία συλλαβή και η λέξη πχ. “μπόρεσα” γίνεται ακουστικά “μπορεσά”. Καλύτερα να έλεγε ότι η ομοιοκαταληξία στις προπαροξύτονες δεν μετράει τόσο πολύ, γιατί υπερέχει η καταληκτική συλλαβή. Αυτό στέκει. Π.χ. “Γλυκέ μου τύραννε / ας μην ξημέρωνε”. Δεν προσέχουμε ότι δεν ταιριάζουν ομοιοκαταληκτικά οι τελευταίες λέξεις των δύο συνεχόμενων στίχων αυτού του ρεφρέν, ναι μετράει το “...νε” σαν να ήταν τονιζόμενη συλλαβή, δηλαδή κατάληξη για ρίμα. Οι προπαροξύτονες καταλήξεις βολεύουν τον τραγουδιστή, γιατί καταλήγει τη φωνή του χωρίς πίεση ταύτισης μέτρου, βολεύουν τον συνθέτη γιατί πιθανή περιττή επανάληψη μελωδικής κατάληξης κρύβεται εύκολα, βολεύει τελικά και τον στιχουργό. 
ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΙΧΩΝ 
Αν ο Πέτρος Βαγιόπουλος δεν διάβαζε το περιοδικό «Αυγό» των Ρασούλη και Σαλαγιάννη δεν θα είχαμε το «Πότε Βούδας πότε Κούδας» που γεννήθηκε το 1986 στον ομότιτλο δίσκο βινυλίου. Ο συνθέτης παρατήρησε στον δημοσιογραφικό λόγο του Ρασούλη ομοιοκαταληξίες, που με λίγη μετρική επεξεργασία γίνονταν στίχοι και μελοποιημένη η συλλογή τους φτιάχνει τραγούδι. 

Σημείωση: ο στίχος «…άλλο ο ανοιχτομάτης κι άλλο ο αυγουλομάτης» ξεκίνησε την «καριέρα» του ως λεζάντα σε φωτογραφία του Γιάννη Καψή*. 

Οι πρώτοι στίχοι μου που μπήκαν σε μετέπειτα σουξέ με την πρώτη μου εμφάνιση σε εμπορικό δίσκο «γράφτηκαν» μέσα στο κράνος μου πάνω στο παπί μου που έχω ακόμα. «Μπορεί και να μπαρκάρω» μουρμούραγα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ρεύμα προς Γλυφάδα, στον Άγιο Δημήτριο και στο ύψος των καταστημάτων φωτιστικών. Βλέπεις, μέσα στο κράνος τ’ αυτιά σου είναι τέντα, αλλά ακούνε μόνο εσένα και καμιά κόρνα φορτηγού, που στην παραζάλη γίνεται «πλοίο φορτηγό» και η λεωφόρος Βουλιαγμένης «τρακάρει στην Εθνική Οδό». Αργότερα στο σπίτι μου το έγραψα και με στυλό πάνω σε μη κυρίαρχη δική μου μουσική. Δεν με νοιάζει που μελοποιήθηκε αλλιώς από τον Δημήτρη Ζμπέκο, αφού την δικιά μου «μουσική» την ξέχασα δέκα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που δεν την είχα ανάγκη. 

Φεύγοντας από Πρέβελη Μανώλης Ρασούλης άκουγε τη σύντροφό του Βάσω Αλαγιάννη να μουρμουράει μια μουσική πάνω στην οποία μέχρι να φτάσουν στα Χανιά εκείνος έγραψε το «Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ» 


*Πρώην υπουργός κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, πατέρας Μανώλη και Παντελή. 



Ο ΣΤΙΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ;
Ναι είναι, αλλά μην πάρει είδηση κανείς ότι από δω και πέρα έτσι βλέπεις τους δικούς σου στίχους.

ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ;
Και τι σε νοιάζει εσένα; Φοβάσαι μη γράψεις κάτι και είναι ποίημα; Μπορεί να είναι και κάτι …χειρότερο. Και έτσι να γίνει τι έγινε; Γράψε μετά άλλο για το οποίο θα είσαι σίγουρος ότι είναι σύνολο στίχων τραγουδιού και όχι ποιήματος. Αν κι αυτό νομίζεις ή φοβάσαι ότι είναι ποίημα να είσαι σίγουρος ότι μετά δε θα σε νοιάζει τι γράφεις. Αρκεί που το γράφεις.
Συγνώμη όμως, δεν σου είπα ακόμη τη γνώμη μου γι’ αυτό που ρώτησες. Θα στην πω, αλλά δεν ξέρω σε τι θα σε βοηθήσει: η ποίηση είναι υπερσύνολο και η στιχουργική ένα υποσύνολό του. Εντάξει τώρα; Θα γράφεις καλύτερα; Ή χειρότερα; Αυτό δεν είναι που σ’ ενδιαφέρει; Όταν γράφεις στίχους ξέρεις ότι γράφεις στίχους, ό,τι και να γνωρίζεις για τη σχέση τους με την ποίηση, όπως όταν γράφεις τα ψώνια της ημέρας ξέρεις ότι γράφεις τα ψώνια της ημέρας, ότι σχέση και να έχουν με τον προϋπολογισμό της χώρας.
Όταν γράφεις ποίηση δε σε νοιάζει αν είναι ποίηση, ακριβώς επειδή είναι ποίηση και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Αφού δεν ενδιαφέρει την ποίηση τι σχέση έχει με το στίχο, τι σε νοιάζει εσένα; Δε νομίζω ότι θα σε νοιάξει ξανά η διαφορά των δύο ενασχολήσεων. Γενικά ίσως γνωρίζεις ότι πολλοί σημαντικοί ποιητές έγραψαν και θαυμάσιους στίχους. Για το αντίστροφο θα σε γελάσω αν έγινε ποτέ, πάντως υπάρχουν και στιχουργοί που έγραψαν θαυμάσια ποιήματα, αλλά αυτοί ξεκίνησαν ως ποιητές.
Ελπίζω να σε αποθάρρυνα να προχωρήσεις σε τέτοια ψαξίματα που κάνουν κακό και στη στιχουργική και στην ποίηση, γιατί τους τραβάει την προσοχή από το θεάρεστο έργο τους.

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ
Όπως όλα τα τραγούδια είναι έντεχνα σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, έτσι και οι στίχοι τους έχουν και λογοτεχνική αξία, δηλαδή (χοντρά το λέμε) ποίηση. Ζυγαριά δεν υπάρχει. Το έργο τέχνης δημιουργεί συναισθήματα σε όποιον το προσλαμβάνει. Σε άλλον περισσότερα σε άλλον λιγότερα, σε άλλον θετικά σε άλλον αρνητικά συναισθήματα, μέσα σε κάποιον που βλέπει έργο ζωγραφικής ή διαβάζει πεζογράφημα γεννιούνται βαθιά συναισθήματα σε άλλον φόβου, σε παράλλον δεν ξέρει κανείς τίποτα. Το πώς συγκινείται κάποιος δεν είναι λογαριασμός δικός μας, αλλά ό,τι και ν’ ακούσει θα τον συγκινήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σ’ αυτόν ή άλλο τόπο. (Φτιάξαμε και στίχο;)
Το πόση ποίηση περιέχει ένας στίχος μπορούμε να πούμε εξαρτάται από τη συμπύκνωση νοημάτων του που ελπίζουμε να μη φτάνουν σε βαθμό ακατανόητου μπλαμπλαδισμού και ασυναρτησίας. Θα μπορούσαμε να πούμε πάλι χονδρικά, κάθε λέξη να διηγείται μια ολόκληρη ιστορία. Βαρύ, αλλά δίνει το στόχο μας. Συμπύκνωση νοημάτων δεν έχει μόνο ο στίχος αλλά και το σύνολο στίχων, ας μείνουμε στη στροφή. Ας προσπαθήσουμε μ’ ένα παράδειγμα να δούμε αν θα καταφέρουμε να το δείξουμε αυτό, δηλαδή να το δημιουργήσουμε:
«Ήρθα και σε βρήκα να μιλάς
Σ’ ένα παλιό αγαπημένο σου μπλουζάκι
Που πάλι όπως την πρώτη μας φορά φοράς
Σε κάθε επετείου μας το δύσκολο βραδάκι.»
Καλό; Ίσως. Έχει και δύο σοβαρές αδυναμία: ο δεύτερος στίχος του είναι ελλιπής, αποτελείται από ένα αντικείμενο που αναγκάζεται ο τρίτος στίχος να μας εξηγήσει τι είναι. Η δεύτερη πιο εμφανής: στον τρίτο επεξηγηματικό στίχο έχουμε το «…φορά φοράς». Δυο λέξεις νοηματικά σωστές εκεί, αλλά ακούγονται σχεδόν ίδιες κι αυτό δημιουργεί μια στιγμιαία απορία που φρενάρει τη ροή πρόσληψης του ακροατή. Τέλος πάντων, τα λάθη χρειάζονται για να μην τα ξανακάνουμε.
Για να μην βγούμε από το θέμα, μπορούμε να συμπυκνώσουμε νοηματικά τη στροφή μπας και δημιουργήσει συναισθήματα; Θα μειώσουμε την περιγραφική του διάσταση, αλλά δεν έχει σημασία, συναισθήματα θέλουμε να δημιουργήσει. Προσοχή αυτό να τα δημιουργήσει όχι εμείς. Εμείς λείπουμε από την παρέα, που την αποτελούν ο στίχος μας, η μουσική, η φωνή του τραγουδιστή και ο ακροατής. Όμως μην ξεχνιόμαστε ας το συμπυκνώσουμε. Μπορεί να του βάλουμε και λίγη ποίηση μέσα:
«Στο μπλουζάκι πάνω σου μιλάς
Γιατί ’ναι πάλι δύσκολη βραδιά επέτειού μας.»
Αυτοί οι δύο στίχοι λένε σχεδόν όσα και οι τέσσερις προηγούμενοι, εκτός του ότι το μπλουζάκι είναι αγαπημένου εκείνου ή εκείνης που το φοράει και του μιλάει, αλλά δε χρειάζεται να το γράψουμε, αυτό εννοείται. Τώρα, μετά τη συμπύκνωση μπορούμε να βάλουμε κι άλλα νοήματα, ιστορίες, ό,τι θέλουμε.
Τι ρωτήσατε; Αν δεν συμπυκνώνουμε τι θα πάθουμε; Για να πούμε ολόκληρο αυτό που θέλουμε, το τραγούδι με στίχους δικούς μας θα έχει 5-6 κουπλέ και θα διαρκεί 20 λεπτά. Ωραίος κανόνας που τον παραβίασε πιο ωραία μετά τον Διονύση Σαββόπουλο και το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο» των 90 στίχων από τη «Ρεζέρβα» του «Φορτηγού» και του 1979, έρχεται και ο Φοίβος Δεληβοριάς 18 χρόνια μετά με «Εκείνη» από τα «Χάλια» του 1998 με έντεκα τετράστιχα, παρακαλώ κι όταν τελειώσει το τραγούδι θες να το ξανακούσεις.
Γεννιέσαι την έχεις μητέρα
πηδάς στον αέρα σκας στο πάτωμα
εκείνη σε βάζει στην κούνια
στα μάτια σαπούνια και γαλάκτωμα

Σου δείχνει πώς κάνει η πάπια
και μοιάζει με κάποια που `χες γκόμενα
στο μέλλον με τ΄ άσπρα φωτάκια
και με τ΄ αστεράκια τα φλεγόμενα

Μετά που σε στέλνουν σχολείο
στο δίπλα θρανίο εκείνη κάθεται
μικρή με τα ροζ κοκαλάκια
και τα ποιηματάκια που θα μάθετε

Για να σε προσέξει ρεψίματα κάνεις
χτυπιέσαι στους δρόμους πλακώνεσαι
της σπας με νεράντζια τα τζάμια
κι από την ταράτσα πηδάς και σκοτώνεσαι

Σηκώνεσαι κι είσαι δεκάξι
βαριέσαι στην τάξη γράφεις ποιήματα
το στήθος της θέλει να σπάσει
κυλιέται στα δάση και στα κύματα

Ποιος στίχος σου θα τη χωρέσει
που θέλει να αρέσει στους ακέφαλους
που δίνει φιλιά μες στα δόντια
κι ανοίγει τα πόδια σ΄ άγνωστους φαλλούς

Την ψάχνεις το σκας απ΄ το σπίτι
σε σέρνει απ΄ τη μύτη αυτό το βάλσαμο
αυτή η μυρωδιά από γαζία
αυτή η τυραννία σε τραβά ενώ

Κανένας βοηθός δεν υπάρχει
να πει τι έχεις πάθει τι σε πόνεσε
κι εκείνη δε λέει να κοιτάξει
γκαζώνεις τ΄ αμάξι χτυπάς και σκοτώνεσαι

Λοιπόν έχω βγάλει και δίσκο
και πάλι δε βρίσκω εκείνο που `θελα
πριν βγω στη σκηνή νιώθω χάλια
αδειάζω μπουκάλια με θολά νερά

Μα σαν το συγκρότημα βγαίνει
μπροστά φωτισμένη εκείνη κάθεται
χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια
χωρίς ποιηματάκια που θα μάθετε

Περνάω την κιθάρα στο βύσμα
με πιάνει ένα πείσμα απογειώνομαι
αρχίζω τον πρώτο μου στίχο
τρυπάω τον τοίχο και σκοτώνομαι
Στα δικά μας τώρα, με αναλυτική γραφή δύο τετράστιχα θα περιέχουν μια ιστορία όπως «Έκλεισες την πόρτα πίσω σου και κλαίω». Αυτό δεν χρειάζεται κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ για να ειπωθεί. Του αρκεί, χωράει άνετα, σε ένα μόνο στίχο. Ο,τιδήποτε άλλο βάλουμε για να συμπληρώσουμε τους τουλάχιστον 12 στίχους των τριών στροφών θα είναι περιττό ή τετριμμένο και σίγουρα όχι ενδιαφέρον. Εκτός αν βάλουμε μέσα και μια παράλληλη ιστορία, αλλά άβυσσος η ψυχή και τσέπη του πελάτη μας, ας μην τον ζορίσουμε πολύ γιατί θα πάει στο δίπλα μαγαζί και καλά θα κάνει.
            Μην προσπαθείτε να βάλετε πολλή ποίηση στους στίχους σας γιατί στην κορυφή δεν υπάρχει ο κότινος της νίκης αλλά ένα τέλειο ποίημα που μεσουράνησε στα τελευταία θρανία των ετών του εξατάξιου γυμνασίου: «Από την πόρτα σου περνώ / και τηγανίζεις ψάρια / για πέτα μου ένα κεφτέ / και ωχ το μάτι μου».
Έχει πάρα πολλή ποίηση μέσα του, κάργα συμπύκνωση και παρομοιώσεις και μεταφορές. Στέκει σκηνικά και στο μουσικό θέατρο, έχει και ανατροπές. Προσέξτε:
Στη μια άκρη της σκηνής ένας ελεγκτής της εφορίας ψάχνει τα κουδούνια διαμερισμάτων στο διάδρομο. Στην άλλη άκρη (μάλλον τη δεξιά) τρεις ακροδεξιοί  με χαρακτηριστικές μπλούζες ορμάνε σε έναν μυστακοφόρο σκουρόχρωμο μάγειρα από το Λασίθι, επειδή προφανώς τον πέρασαν για Πακιστανό. Στη μέση της σκηνής και μπροστά ένα ανδρόγυνο αριστοκρατών κάθεται και τρώει σ’ ένα μακρύ τραπέζι ο σύζυγος στη μία άκρη και η σύζυγος στην άλλη τρία μέτρα μακριά.
Ελεγκτής της εφορίας: (τραγουδιστά βέβαια) «Από την πόρτα σου περνώ» 
Τρεις ακροδεξιοί: (εν χορώ) «… και τηγανίζεις ψάρια»  (Το κάθαρμα, σίγουρα ψάρια όχι ελληνικά, αλλά εισαγωγής)      
Αριστοκράτης: (στην σύζυγό του, πάντα τραγουδιστά) «Για πέτα μου ένα κεφτέ». (Δεν φτάνει στη γαβάθα και δεν θέλει να σηκωθεί, ο υπηρέτης λείπει, όπως θ’ αποδειχθεί του κλέβει εκείνη τη στιγμή ένα πούρο και πίνει από το μπουκάλι το ουίσκι στο γραφείο του)
Ένας ακροδεξιός: «Και ωχ το μάτι μου». (Ο Λασιθιανός μάγειρας δεν μασάει και του έχωσε στη μούρη ένα τεράστιο κρεμμύδι που κρατούσε την ώρα που τον «συνέλαβαν»)
            Το τραγούδι όταν έχει λογοτεχνική αξία μπορούμε να πούμε ότι περιέχει ποίηση. Όταν όμως έχει αμπελοφιλοσοφίες, τότε περιέχει αυτό που συγκαταβατικά φτύνει ο Σταμάτης Κραουνάκης ως «Ποίησις».
            Κι εγώ στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια –που κράτησαν πολύ- διετέλεσα φέρελπις νέος βραβευμένος ποιητής του οποίου ποιήματα εκδόθηκαν σε συλλογές χωρίς να πληρώσει, αλλά μια μέρα είπα «Γεια σας θ’ ασχοληθώ με τη στιχουργική». Από τότε όταν έγραφα στίχους έγραφα στίχους. Μέσα σε 20 χρόνια είναι ζήτημα αν έγραψε 2-3 ποιήματα. Τα έγραψα όμως ως ποιήματα και όχι ως «προχωρημένους στίχους». Το ποίημα είναι ποίημα επειδή ο στίχος τραγουδιού είναι στίχος τραγουδιού. Ακόμα και το μελοποιημένο ποίημα είναι ποίημα και έτσι γράφτηκε. Ποιητές γράφουν στίχους τραγουδιών αλλά τους θεωρούν στίχους τραγουδιών, γιατί έτσι τους γράφουν και έτσι είναι. Γράφετε απλούς και όχι υπογλώσσιους στίχους. 

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ ΣΤΙΧΟΥ
Όταν η συμπύκνωση γίνεται αισθητή τότε ο ακροατής δεν κατάλαβε τι θέλει να πει ο ποιητής. Αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μία λέξη στο στίχο μας ή χωρίς μία πληροφορία τα βάζουμε σε μια σακούλα, τα πετάμε στην ανακύκλωση γι’ αργότερα,  και βάζουμε στη θέση τους κάτι πιο απαραίτητο. Π.χ δεν θα γράψουμε για κόκκινα παπούτσια παρά μόνο αν υπάρχει λόγος όχι κατ’ ανάγκην νοηματικός. Μπορούμε να γράψουμε για λασπωμένα παπούτσια όταν υπάρχει λόγος που ενδιαφέρει αυτό. Χώρια που μπορούμε να πούμε «Μπήκε λάσπη στο δωμάτιο με το πρώτο σου βήμα». Ωραίο ακούγεται αλλά έχει άλλο λόγο να δικαιολογήσει την παρουσία του στο στίχο; Αν δεν έχει, τότε αντίο και να μας γράφει. Είναι ένας τρόπος να δείξουμε έμμεσα ότι βρέχει. Και τι νοιάζει αυτό τον ακροατή ή τον ήρωα της ιστορίας; Αν η βροχή δεν χρειάζεται, γιατί να πιάσει; Επειδή μας κάνει μούσκεμα, σαν την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε; Στέκει. Μόλις πλύναμε και τ’ αμάξι κι απλώσαμε ρούχα; Το παρατραβάμε. Θέλουμε να  δείξουμε ότι ασχέτως του αν βρέχει ότι ο άλλος (ή η άλλη) ήρθε από χωματόδρομο ή χωράφι που προφανώς ήταν βρεγμένος; Θέλουμε να δείξουμε ότι περπατά απρόσεκτα; Ότι δεν τον (την) ενδιαφέρει αν λερώνει το χαλί μας; Ότι πήδηξε τη μάντρα και πάτησε στον κήπο μας με το αυτόματο πότισμα; Αν δεν θέλουμε να δείξουμε τίποτα από αυτά ή άλλα πιθανά κι απίθανα γιατί να χρησιμοποιήσουμε αυτή την πληροφορία; Υπάρχει και η συμπύκνωση χρόνου

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
Ναι, να διηγηθούμε μια ιστορία αλλά να μη μετράμε όλα τα βήματα. (Ο Νίκος Καββαδίας στο …… που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος κι ερμήνευσε ο Γιάννης Κούτρας δεν μας τάραξε στο μπλα-μπλα για τους διακόσιους της Καισαριανής και το πόσες ώρες τους εκτελούσαν γιατί δεν μπορούσαν να τους στήσουν στον τοίχο όλους μαζί. Μας είπε πολύ απλά: «Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω / κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.» («Σταυρός του Νότου» 1979)

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΛΟΚΗ ΣΤΟ ΣΤΙΧΟ;
Ναι, αλλά μόνο η μικρού μήκους. «Ήρθα να σε βρω στο μαύρο τ’ ουρανού μας» και όχι «Ήρθα απόγευμα να σε βρω, γιατί όταν πλησιάζει η νύχτα ξέρω πως αισθάνεσαι καλύτερα για μένα αν βέβαια δεν έχεις μόλις τηλεφωνηθεί με τον κακό που σε πήρε από τα χέρια μου και χάλασε τις ζωές μας.»

ΝΟΗΜΑΤΙΚΟ ΜΗΚΟΣ
Το νόημα όλων των στίχων ενός τραγουδιού πρέπει υπό φυσιολογικές συνθήκες να είναι κάτι συγκεκριμένο. Για παράδειγμα, στο «Ένας Τούρκος στο Παρίσι» ο Ισαάκ Σούσης έβαλε τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα να μελοποιήσει και να κυκλοφορήσει το 1996 στο «Παυσίλυπον» τραγουδώντας για κάποιον που ζηλεύει το γάτο της γκόμενάς του. Στο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ένα παλικάρι είναι στη φυλακή. Μαθαίνοντας ότι κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1947 σε δίσκο 78 στροφών καταλαβαίνουμε κι άλλα από το «σκοτάδι» που «είναι βαθύ» και τη συνέχεια των στίχων. Και να μην τα ξέρουμε αυτά όμως καταλαβαίνουμε αμέσως περί τίνος πρόκειται. Αντιλαμβανόμαστε αμέσως τον τόπο και σκιαγραφούμε τον άνθρωπο. Σαφέστερα φτάνει μήνυμα στ’ αυτιά μας αν γνωρίζουμε και ότι «…στο στενό το παραθύρι / που φωτίζει με κερί» έβαλε χέρι η λογοκρισία που ανάγκασε τον δημιουργό να αλλάξει το αρχικό «…που φωτίζει το κελί». Για την ιστορία, πρώτη εκτέλεση του «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» έκανε η Στέλλα Χασκίλ. Το παλικάρι του κελιού μπορεί και να εκτελέστηκε. 
Σε ένα από τα καλύτερα ελληνικά που γράφτηκαν ποτέ, όπως και το παραπάνω, οι στίχοι πραγματεύονται το βάσανο κάποιου που θέλει να βολτάρει με τη γκόμενα που ονειρεύεται και μας αραδιάζει και τα μέρη της βόλτας που ονειρεύεται. Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου* είναι η «Φραγκοσυριανή» που μας διδάσκει ότι το κεντρικό νόημα του στίχου, αλλά και τα δευτερεύοντας νοηματικά υλικά καλό είναι να απλώνονται μέχρι το πολύ σε δύο στίχους. Π.χ. «Μια φούντωση μια φλόγα /  έχω μέσα στην καρδιά». Ίσως πονάει και το κεφάλι του, ίσως δε μπορεί να σύρει τα πόδια του, αλλά τι σημασία έχουν αυτά; Μόνο η φλόγα στην καρδιά φτάνει για να καταλάβουμε ότι είναι καψούρης. Ο «ποιητής» δεν συνεχίζει την περιγραφή του εσωτερικού του πόνου γιατί το πώς είναι ακριβώς αισθάνεται ο καψούρης είναι δουλειά ψυχολόγου ή κοινωνιολόγου, δεν ξέρουμε τίνος άλλου, πάντως όχι του στιχουργού, ο οποίος με σοφία μετά την «καρδιά» σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει από το παράθυρο. Από εκεί βλέπει (και δείχνει) την αιτία του πόνου: «Λες και μάγια μου ’χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά.» Η τύπισσα πιθανώς βρίσκεται στην Άνω Σύρα κι έχει σχέσεις με μεταφυσική ή απλώς είναι πολύ όμορφη κι ας είναι φτωχιά αφού είναι καθολικιά. Της Σύρου. Αφού μπορεί στον τρίτο και στον τέταρτο στίχο ο Μάρκος να πει τόσα πολλά γιατί να μας μπουχτίσει με το κεφάλι του που πονάει ή τα πόδια του που σίγουρα σέρνει με δυσκολία;
«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, το σκοτάδι είναι βαθύ».Αρκεί. Δεν χρειάζεται να περιγράψουμε άλλο τον καιρό γιατί δεν φτιάχνουμε δελτίο καιρού. Στίχους γράφουμε. Ο «ποιητής» απλώς εξηγείται «ζωγραφίζοντας» μια νύχτα που έρχεται χωρίς φεγγάρι. Λίγα λόγια, μόνο τ’ απαραίτητα και τ’ αληθινά. Από το βαθύ σκοτάδι ο στίχος μάς περνάει μέσα: «Κι όμως ένα παλικάρι δε μπορεί να κοιμηθεί». Απλό και αληθινό, γιατί παλιά στην επαρχία που με το ρεμπέτικο μπήκε στις πόλεις, όταν η νύχτα δεν είχε φεγγάρι έπαυε κάθε νόμιμη δραστηριότητα στο χωριό, χωνόμασταν μέσα και αποφεύγαμε να βγούμε έξω, γιατί δεν βλέπαμε πού να πάμε ή να γυρίσουμε.
            Ίσως αναρωτιέστε πώς γίνονται αποδεκτοί από κοινό-πελάτες και κριτικούς-παρουσιαστές ακαταλαβίστικοι στίχοι, στροφές ή και ακαταλαβίστικα τραγούδια ολόκληρα. Όταν γίνεται αποδεκτό το ακαταλαβίστικο (και πολλά ακόμα) τότε έρχεται από πολύ δυνατό πομπό. Ακαταλαβίστικα τραγούδια μπορούν να περάσουν τραγουδιστές ή φωνές με δυνατή προσωπικότητα (Αρβανιτάκη, Πρωτοψάλτη…) στιχουργοί με δυνατή προσωπικότητα και εικόνα όπως Νικολακοπούλου, πάντα με την κυρίαρχη συνοδεία  δυνατής μουσικής (Αντύπα, Σπανουδάκη…) Εσύ όμως, όσο παραμένεις ένα απλός στιχουργός πριν μεγαλουργήσει, επειδή δεν είσαι σίγουρος ότι ο στίχος σου θα εξασφαλίσει τόσο δυνατά διαβατήρια φρόντισε να είναι κατανοητός. Αλλάζοντας «πλάνο» από τον ένα στίχο στον άλλο να είσαι σίγουρος ότι σε ακολουθεί ο ακροατής και δεν έχει μείνει στο προηγούμενο.
            Εξαίρεση στο σκόρπιο «Πότε Βούδας πότε Κούδας» που είναι σκορποχώρι, αλλά όχι δυσνόητο, διότι πολύ απλά πρόκειται για μία συλλογή συμβόλων και συμβολισμών, για σκέψεις όπως έρχονται στο μυαλό μας: ανάκατα, όπως όλες.

*Αναφορά στην κλασική ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, 1977.


ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ
ΟΡΙΣΜΟΣ: Βρείτε τον, αλλά νομίζω ξέρετε τι είναι ομοιοκαταληξία. Ο ορισμός σας λείπει; Θυμίζουμε λέγεται και (η) ρίμα. «Η τάδε λέξη ριμάρει με την άλλη». Η ομοιοκαταληξία άρχισε να χρησιμοποιείται στην ποίηση των Αλεξανδρινών χρόνων, αλλά οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν ομοιοκαταληξίες στα ποιήματα τους, όπως και οι νεοέλληνες.
Ξεκινάμε την ενασχόληση και με αυτό το βάσανο, δεν θα τελειώσουμε όμως ποτέ, γιατί η ομοιοκαταληξία στον στίχο τραγουδιού δεν είναι μόνο το άλφα και το ωμέγα, αλλά ολόκληρη μια αλφάβητος που δυστυχώς δεν έχει μόνο 24 γράμματα. Γι’ αυτό ξεκινάμε αθώα σαν τάξη του Δημοτικού σχολείου: Υπάρχει τέλεια, υπάρχει και ατελής ομοιοκαταληξία.
Για κάποιους τέλεια ομοιοκαταληξία είναι όταν οι δυο ή περισσότερες περί ων ο λόγος λέξεις είναι ίδιες από την τονιζόμενη συλλαβή και πέρα και όχι από το τονιζόμενο φωνήεν και πέρα. Τέλεια ομοιοκαταληξία κάνουν, λένε, ο φρικτός με το εκτός και όχι ο φρικτός και ο γιαλός που πηγαίνει με το καλώς. Μην τα δένετε κόμπο όμως, αυτό έχει να κάνει μόνο με τη μορφή και μας θυμίζει το «Απ’ έξω κούκλα / από μέσα πανούκλα», δίστιχο με αδύναμη ομοιοκαταληξία που όμως δυστυχώς ισχύει.
Εκτός από τη μορφή της ομοιοκαταληξίας υπάρχει και το περιεχόμενο που κι αυτό χωρίζεται σε νοηματικό περιεχόμενο και σε φαντασιακό. Θα τα δείτε και θα τα κρίνετε αυτά λίγο παρακάτω. Θα ξεκινήσουμε (πάλι) με έναν απλό κανόνα: η ομοιοκαταληξία είναι καλή όταν δεν ασχολείται μαζί της ο ακροατής του τραγουδιού. Καλό ε; Όχι τόσο. Στην κατάληξη του κεφαλαίου θα δείτε και την ανάλυσή του. Για την ώρα ας πούμε κι εμείς κάποια απ’ τα τετριμμένα που κάτι μας τσιγκλάει ότι είναι σωστά.

Φαντασιακό περιεχόμενο της ομοιοκαταληξίας
Τίτλος βαρύς σαν ιστορία, αλλά είπαμε να βάλουμε και κάναν  πλάγιο τίτλο κι έπρεπε κάπως να τον ντύσουμε και του βάλαμε κουλτουριάρικα ρούχα για ν’ αξιωθούμε να πουλήσουμε λίγη μούρη κι εμείς μαζί του.  
Ομορφαίνει τον στίχο ή εμποδίζει την εμφάνιση ρυτίδων στο πρόσωπό του η ομοιοκαταληξία μεταξύ λέξεων που είναι διαφορετικά μέρη του λόγου. Το ρήμα π.χ. να μην ομοιοκαταληκτεί με ρήμα. Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι λόγια, άρα δεν είναι λεφτά που θα μειώσουν τη φτώχεια, ας δούμε ένα παράδειγμα. Το πρώτο στο οποίο όταν ήμουν μικρός διέκρινα αυτό το προσόν της ομοιοκαταληξίας του. Το «Δεν κλαίω γι’ αυτά που μου ’χεις πάρει», του Γιάννη Ρίτσου, με μουσική του Μάριου Τόκα. Πρώτη εκτέλεση στη δισκογραφία έκανε ο Λάκης Χαλκιάς, «Πικραμένη μου γενιά» 1981.:
Σε βρήκα για μια νύχτα μόνη
και πότε θα σε ξαναβρώ
η θύμησή σου με σταυρώνει
σ΄ ένα κατάφωτο σταυρό
η θύμησή σου με σταυρώνει
σ΄ ένα κατάφωτο σταυρό

Δεν κλαίω για αυτά που μου `χεις πάρει
για αυτά που μου `χεις αρνηθεί
μου `χεις χαρίσει ένα φεγγάρι
γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ.
Δεν κλαίω για αυτά που μου `χεις πάρει.

Στη τρυφερή σου την παλάμη
κουρνιάζουν τα χρυσά πουλιά
ποιαν αμαρτία να `χω κάνει
και μου χουν λείψει τα φιλιά
ποιαν αμαρτία να `χω κάνει
και μου χουν λείψει τα φιλιά
Προσοχή: Οι επαναλήψεις (διπλώματα) των δύο τελευταίων στίχων στα κουπλέ και του τελευταίου στο ρεφρέν δεν είναι δουλειά του στιχουργού-ποιητή, αλλά του συνθέτη. Μην το κάνετε εσείς προκαταβολικά.
           
Αν θέλουμε να επεκτείνουμε αυτή τη φαντασιακή ομοιοκαταληξία θα προσθέταμε τη λέξη που ομοιοκαταληκτεί με συνδυασμό λέξεων. (Κωδωνοκρούστης-παππούς της) Προσοχή όχι συνδυασμός λέξεων με συνδυασμό λέξεων, ειδικά παρόμοιο συνδυασμό όπως «Παππούς της-νους της)

Ας αποφύγουμε την ομοιοκαταληξία με ξενικές λέξεις που χρησιμοποιούμε στην ομιλία
Το 1949 η Μαρίκα Νίνου τραγουδούσε σε δίσκο γραμμοφώνου (αρχικά) 78 στροφών στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη και του Νίκου Ρούτσου που ξεκίναγε: «Απόψε κάνεις μπαμ (δις) δε βλέπουν και φρενάρουνε και σταματούν τα τραμ. Το ότι πέτυχαν κάποιοι μεγάλοι να βάλουν σε ρεμπέτικο ξενικούς όρους και να τους ομοιοκαταληκτήσουν δε σημαίνει τίποτα. Κι εσύ μπορεί να το πετύχεις ίσως και καλύτερα, μην είσαι σίγουρος όμως ότι το εύρημά σου θα γίνει αποδεκτό. Για να γίνω πιο κατανοητός, δεν έχεις κανένα λόγο να το διακινδυνεύσεις. Το 1981 στο «Φράγμα» του Δήμου Μούτση ο Κώστας Τριπολίτης έβαλε μια ολόκληρη ξενική, λατινική φράση και έγινε αποδεκτός. Delenda
Πέφτει σύρμα, πέφτει σύρμα και οι μισθοφόροι που σε κυβερνούν
πέφτει σύρμα, πέφτει σύρμα, οι ίδιοι αύριο θα σε δικάζουν
και "Χαίρε, Καίσαρα μελλοθάνατε" θα σου πουν
αυτά που λες, "et preterea censeo Carthago delenda est"
(«Κι επιπλέον νομίζω ότι η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί»)
            Πρόσεξες όμως ότι δεν τον ομοιοκαταληκτεί, δεν παραμυθιάζει ότι το «est» είναι λέξη που μπορούν να την χειρίζονται άνετα και οι ακροατές. Για σκεφθείτε να την ομοιοκαταληκτούσε με κάνα «best» ή «guest». Τι θα γινόταν; Όποιος δεν ήξερε το νόημα θα απέφευγε να το μουρμουράει, ακόμα και να το ακούει. Ειδικά όταν επέλεξε ν’ ακούσει ένα ελληνικό τραγούδι. Στο ομότιτλο τραγούδι της ίδιας δουλειάς δεν υπάρχει πρόβλημα γιατί ομοιοκαταληκτεί γνωστές στους Έλληνες και την καθημερινότητά τους αγγλικές λέξεις, αν και δεν είναι ωραίο στα ξαφνικά να πετιέται ξενικός όρος και μάλιστα τραγουδιστά και στο τέλος του στίχου όπου κάνει μπαμ.
Γιατί φορώντας τα καλά της η εξουσία
και προβάλλοντας ηγέτες super star
θα δοκιμάσει πρώτα να σε μπάσει στη δική της συνωμοσία
ή αλλιώτικα φιλαράκο μου ρεμάλι, σ΄ ένα μπαρ
Ο Σάκης Μπουλάς στο «Τσικαμπούμ» που μελοποίησε ο Γιάννης Γιοκαρίνης και τραγούδησε ο Γιάννης Κούτρας το 1985 άθελά του κράτησε απόσταση από τους ακροατές με μία άγνωστη λέξη:
Σου την πέσανε προχτές πάλι στην παμπ
και εσύ το `παιζες ως άνετη και βαμπ
Ασχέτως με το βαθμό επιτυχίας του τραγουδιού, αυτό το «βαμπ» περιορίζει το κοινό που θα το κάνει δικό του. (Επειδή το «βαμπ» είναι άγνωστη λέξη όχι επειδή χαρακτηρίζει τη μυστήρια γυναίκα - δράκουλα) Παρακάτω όμως σώζεται η κατάσταση γιατί και να μη θυμάται κάποιος ότι ο Ιονέσκο ήταν υπηρέτης του θεάτρου του παραλόγου το εξηγεί ο ίδιος ο στίχος (λίγο άστοχο, αλλά δεν πειράζει) ομοιοκαταληκτεί όμως με την Ουνέσκο που εντάξει, όλοι στο περίπου την ξέρουν
Στο παράλογο το ρίχνεις του Ιονέσκο
χτες αγόραζες καρτούλες της Unesco
Και πάλι αν και… Πώς να το πούμε, το αυτί όποιου ακούει και μιλάει ελληνικά είναι συνηθισμένο στους ελληνικούς φθόγγους και την εναλλαγή τους. Το σύνολο φθόγγων ξενικού όρου μοιάζει ανορθογραφία. Βέβαια ο Σάκης Μπουλάς επικοινωνεί και με τους στίχους του με την κωμωδία, τη σάτιρα την παρωδία και όχι μόνο δικαιολογείται, αλλά κι επιβραβεύεται. Μη νομίζετε ότι θα συμβεί το ίδιο και μ’ εσάς.  Αποφύγετε λοιπόν την ομοιοκαταληξία ξενικών όρων, εκτός βέβαια αν έτσι σας βγαίνει. Εκεί δε μας πέφτει λόγος.
Οι κανόνες και στην τέχνη υπάρχουν και αναφέρονται επειδή κάποιοι τους παραβιάζουν. Και πολλές φορές καλά κάνουν. Όμως τη λέξη «ρεπορτάζ» με ποια ελληνική μπορούμε να τη βάλουμε να ομοιοκαταληκτεί; Με το πειράζ’; Ή με το κολάζ’; Το σόκιν είναι σόκιν όταν ομοιοκαταληκτεί με το καλαμπόκιν ή με το τόκιν(γκ); Τέλος πάντων, σίγουρα στις καθημερινές μας κουβέντες χρησιμοποιούμε και όρους από άλλες γλώσσες που πέρασαν στην ελληνική και δεν ακολουθούν τους γραμματικούς της κανόνες. Δεν πειράζ’ να μπαίνουν και σε στίχους, αλλά ο στιχουργός είναι ανάγκη να τις βάλει στο τέλος του στίχου, αφού μπορεί να τις κρύψει λίγο πιο αριστερά; Εκτός αν για οποιονδήποτε λόγο αποσκοπεί ακριβώς σ’ αυτή την ακουστική ανωμαλία, όπου οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια η ομοιοκαταληξία με ξένη λέξη.  

Όχι ομόηχες λέξεις που ομοιοκαταληκτούν
Η ομοιοκαταληξία με λέξεις ομόηχες δεν είναι μεν αναμενόμενη, είναι όμως αναπάντεχη απογοήτευση. «Λείπει η λύπη, πήγε στο μύλο για μήλο». Καλύτερα να έλειπε η χαρά και να πήγαινε στο μύλο για κουκιά.

Όχι αναμενόμενη ομοιοκαταληξία.
Κοντά στο 1982 στο σπίτι ενός νέου συνθέτη βρίσκονταν ο σύζυγος μιας γνωστής τραγουδίστριας και ο γράφων ως νέος στιχουργός και φοιτητής. Μετά το τρίτο ουίσκι και τα φλούδια των φιστικιών πάνω στο πιάνο ο σύζυγος (τέως πια) της τραγουδίστριας μου είπε: «Πολύ ωραία τα στιχάκια σου, Δημητράκη, αλλά να ξεχάσεις τα χέρια, αστέρια, περιστέρια, μαχαίρια». Από τότε όχι απλώς δεν τα ξέχασα, αλλά θυμάμαι και με νευριάζουν και πολλές ακόμα αναμενόμενες ομοιοκαταληξίες όπως το νούμερο ένα «τραγούδι-λουλούδι» ή το «δάκρυ-άκρη» και το απαίσιο «πόλη-όλοι». Καλύτερα «πόλη-κώλοι» που δεν είναι αναμενόμενο. Δηλαδή ας χρησιμοποιούμε μόνο τη μία λέξη της αναμενόμενης ομοιοκαταληξίας, αλλά πρώτα αυτή την εύκολη για να μην ξέρει ο ακροατής τη συνέχεια, οπότε είναι σαν να έχει ξανακούσει τραγούδι. Το ανάποδο δεν κάνει καλό. Μετά το «μαθητούδι» π.χ. ο ακροατής περιμένει λουλούδι ή τραγούδι. Όποιο από τα δύο να του έρθουν θα πει ασυνείδητα «σιγά το πράγμα». Αν όμως βάλουμε πρώτα «τραγούδι» θα περιμένει το «λουλούδι», -και αντιστρόφως- οπότε του μείωσα το ενδιαφέρον άρα και την  προσοχή, αλλά του τη φυλάω και θα τον ξυπνήσω μ’ ένα «φλούδι» και  τον στέλνω αδιάβαστο. Ιδανικό θα ήταν θα του ξεκίναγα την αναμονή ομοιοκαταληξίας με ένα «Τραγούδι και λουλούδι» μαζί, οπότε εκεί κερδίζω, γιατί του τραβάω την προσοχή αφού του σκότωσα το αναμενόμενο, χάνω λίγο στην έκπληξη, αλλά έκανα καλή προετοιμασία για την αποδοχή της και πάλι κερδίζω.
Και όμως όσο καλά και να χειριστούμε ως καταληκτικές στίχου τις λέξεις μιας χιλιοακουσμένης ομοιοκαταληξίας χάσαμε από την αρχή, επειδή ακριβώς τραβήξαμε την προσοχή του ακροατή, έστω και λίγο στην  ομοιοκαταληξία κάτι εξωτερικό και του κόψαμε το βλέμμα στα ενδότερα, το νόημα και το συναίσθημα που του γεννάται. Αυτές τις λέξεις που έχουν τη ρετσινιά της συνηθισμένης (μην πούμε κάτι χειρότερο) ομοιοκαταληξίας, καλό είναι να τις χρησιμοποιούμε μεν, αλλά λίγο πιο αριστερά, όχι στο τέλος του στίχου. Ακόμα κι αν είναι ελεύθεροι, δεν ομοιοκαταληκτούν δηλαδή οι στίχοι που έχουν αυτές τις λέξεις ως κατάληξή τους, πάλι ο ακροατής θα περιμένει την ομοιοκαταληξία κι αν δεν του έρθει θα ενοχληθεί κι από πάνω κι όχι τόσο ασυνείδητα. Ας περάσουμε όμως λίγο στην πράξη:
Κάποτε σ’ ένα «τραγούδι» μου που δεν κυκλοφόρησε έβαλα το «δάκρυ» στο τέλος του πρώτου στίχου και ετοίμαζα έκπληξη στον ακροατή με μία «Νέα Μάκρη» στον τρίτο στίχο. Πράγματι η έκπληξη ξυπνά τον ακροατή, αλλά μέχρι να έρθει μήπως τον δυσαρεστεί η αναμενόμενη (άκρη) του «δάκρυ»; Αν όμως έβαζα πρώτα τη «Νέα Μάκρη» ο ακροατής θα είχε 50% πιθανότητες να πέσει μέσα στην αναμενόμενη λέξη που θα ομοιοκαταληκτήσει  Δεν μπόρεσα να βάλω μαζί το δάκρυ με την άκρη και για να μη φάω τη ζωή μου με την απορία θα κάνω κάτι πιο απλό: θα πάω δίπλα στον «Μαραθώνα» και για να βλέπω καλά από τον τρίτο στίχο θα σκαρφαλώσω «στης ΔΕΗ έναν πυλώνα». Σιγά μη σκάσω. Δεν είμαι κομάντο-ακτιβιστής αυτοκτονίας.

Τύποι-μορφές ομοιοκαταληξίας υπάρχουν πολλοί.
Στο ελληνικό τραγούδι όμως ο στίχος ακολουθεί σχεδόν αποκλειστικά πρώτα την πλεκτή (α-β-α-β) και λιγότερο τη ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία (αα-ββ) δεδομένου ότι οι στροφές είναι συνήθως τετράστιχα. Δεν είναι να μπλέκεστε από τώρα με άλλους τύπους ομοιοκαταληξίας ή τις παραλλαγές των δύο συνηθέστερων όπως ζευγαροπλεκτή (αα-β-αα-β) ή (αα-β-γγ-β). Υπάρχει και η σταυρωτή ομοιοκαταληξία, (αββα), αλλά ίσως κι εσάς δεν σας βγαίνει φυσικά. Τέλος πάντων μην σπάτε το κεφάλι σας να τις μάθετε, ίσως τις συναντήσετε όταν γράφετε πάνω σε τραγούδι που τις έχει. Καλύτερος τρόπος να ομοιοκαταληκτείτε τους στίχους σας είναι αυτός που σας βγαίνει κάθε φορά ή εκείνος που θα σας υποδείξει ο συνθέτης με τον οποίο για κάποιο διάστημα συνεργάζεστε. Για να μη σας πολυζορίζει η πλεκτή να ξέρετε ότι αρκεί και μόνο όταν ο δεύτερος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο και οι υπόλοιποι δύο ας κάνουν ότι τους φωτίσει η ΔΕΗ.
Σε πλεκτή ομοιοκαταληξία δύο συνεχόμενοι στίχοι και οι δύο οξύτονοι,   παροξύτονοι ή προπαροξύτονοι που δεν ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους αλλά με άλλους στίχους, φαντάζουν λάθος.
Π.χ. (Όλοι με προπαροξύτονες καταλήξεις)
Θα κάψω το φουλάρι σου
Το βρήκα μες στ’ αμάξι μου
Κι ας το ’χες για καμάρι σου
Κι αυτό και το εντάξει μου
Μετά το «…φουλάρι σου» ο ακροατής περιμένει ή οξύτονο στίχο ή άλλο ένα «…άρι σου». Παρόμοιο αποτέλεσμα θα είχαμε αν οι στίχοι ήταν όλοι παροξύτονοι ή οξύτονοι. Δείτε τι πήγε γυρεύοντας κι έπαθε ο συνάδελφος Γιώργος Αθανασόπουλος στο εκπληκτικό τραγούδι «Τσιγάρο ατέλειωτο» με συνθέτη-ερμηνευτή τον Σωκράτη Μάλαμα, από τον «Κύκλο» του 1993:
Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου
μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο
ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου
κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο
Αν ρωτάτε τι έπαθε ο προαναφερθείς στιχουργός προσπαθήστε να θυμηθείτε πώς (και αν βέβαια) μουρμουράγατε κι εσείς αυτό το –κατά τη γνώμη μας- αριστούργημα. Λέγατε ή δε λέγατε «Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά», χωρίς το κτητικό «μου»; Και μετά «…ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά», πάλι χωρίς «μου». Αν φέρετε αντίρρηση θα δυσκολευτώ να το πιστέψω επειδή κι εγώ έτσι νόμιζα ότι έλεγε ο ποιητής που δεν σκέφτηκε να αποφύγει δυο συνεχόμενους παροξύτονους στίχους που δεν ομοιοκαταληκτούν. Βλέπετε, ακόμα και η κυρία μουσική «προτιμά» την εναλλαγή οξύτονων παροξύτονων στίχων, τι να κάνουμε; Να συνεχίσουμε; Ό,τι πείτε, πάμε:
            Προτιμάται οι δύο στίχοι (πρώτος τρίτος ή δεύτερος τέταρτος) να έχουν οξύτονες ή παροξύτονες καταλήξεις και οι υπόλοιποι δύο προπαροξύτονες:
Θα κάψω το φουλάρι σου
Πάνω μου τυλιγμένο
Κι ας το ’χες για καμάρι σου
Κι αυτό παρατημένο
Νομίζω είναι καλύτερο. Ακόμα (πιο) καλύτερα ο δεύτερος και ο τέταρτος στίχος να είναι οξύτονοι. Δίνουν τη δυνατότητα στον τραγουδιστή να βγάλει τέλεια την κατάληξή του κάτι που δεν είναι εύκολο πράγμα. Βοηθάει και το ότι ένα μελωδικό σχήμα συνήθως καταλήγει στον δεύτερο στίχο κι επαναλαμβάνεται αναπτυσσόμενο στους άλλους δύο, όταν φυσικά έχουμε τετράστιχη στροφή. Προσοχή, εδώ στίχος με προπαροξύτονη κατάληξη δεν πολυταιριάζει με στίχο που έχει οξύτονη κατάληξη. Το πιθανότερο είναι η μουσική να τους αλέσει και τους δύο ως οξύτονους, οπότε πέφτουμε στο λάθος της αρχής. Εγώ θα προτιμούσα πρώτος τρίτος παροξύτονοι, δεύτερος τέταρτος οξύτονοι:
Θα κάψω το φουλάρι
Ν’ αλλάξω τον καιρό
Κι ο άνεμος ας πάρει
Τον τελευταίο χορό
            Χμ! Φυσικά όλα αλλάζουν και δεν πειράζει όταν οι συνεχόμενοι παροξύτονοι οξύτονοι ή προπαροξύτονοι στίχοι ομοιοκαταληκτούν. Ας θαυμάζουμε τώρα κάτι που δε μας άρεσε αλλά «έσαξε’ κι ας μένουν οι στίχοι του ίδιοι, αρκεί που αλλάζει μόνο η θέση τους:
Θα κάψω το φουλάρι σου
Κι ας το ’χες για καμάρι σου
Το βρήκα μες στ’ αμάξι μου
Κι αυτό και το εντάξει μου
Δοκιμάστε το ίδιο με οξύτονους στίχους συνεχόμενους που ομοιοκαταληκτούν σε ζευγαρωτή. Κάντε το μετά και σε πλεκτή και θα δείτε ότι κάτι δεν θα σας πηγαίνει καλά, γι’ αυτό μην το προτιμάτε.

Τίποτα χάριν της ομοιοκαταληξίας.
Όταν μια λέξη είναι άσχετη αλλά χρησιμοποιείται γιατί δεν μπορούμε να βρούμε άλλη που να ομοιοκαταληκτεί με την χρήσιμη, τότε πολύ απλά αλλάζουμε τη χρήσιμη λέξη. Όταν μια λέξη δεν μπορεί να αλλάξει από την τελευταία θέση ενός στίχου, αλλά δεν βρίσκουμε δεν θεωρούμε άξια καμία με την ίδια ή παρεμφερή κατάληξη, εκεί θα βοηθήσει ο συνθέτης να μην ομοιοκαταληκτεί. Παραδείγματος χάριν: 
Ναι, μιλάμε για τη νοηματική ομοιοκαταληξία που όταν παραβιάζεται ασύστολα, καλό θα μας φαίνεται το ταίριασμα και η ευρηματικότητά μας, αλλά αν ο ακροατής σπάσει το κεφάλι στου στον τοίχο για το τι εννοεί ο ποιητής τι έχουμε να κερδίσουμε;
Προσπάθησε να διακρίνεις αν χαίρεσαι επειδή βρήκες μια ομοιοκαταληξία, γιατί αν χαίρεσαι μ’ αυτό τότε διέφυγε της προσοχής σου αν οι δυο λέξεις ταιριάζουν και μεταξύ τους και με το όλο έργο. Λεξικά εύρεσης ομοιοκατάληκτων λέξεων υπάρχουν, αν όμως η ομοιοκαταληξία ήταν το παν τότε θα είχαν καταργηθεί οι στιχουργοί, θα ήταν δηλαδή όλοι στιχουργοί. Διαθέτω κι εγώ ένα πολύ καλό τέτοιο λεξικό που με βοήθησε πολλές φορές να μη χάνω χρόνο κουράζομαι και τσαντίζομαι ψάχνοντας ομοιοκαταληξία σε βαθμό να κοπεί ο ειρμός μου και να σηκωθώ να παρατήσω το γράψιμο. Με βοήθησε όμως και να αλλάξω τη λέξη για χάρη της οποίας ψάχνω ομοιοκαταληξία. Προσοχή, μπορεί δυο λέξεις να ομοιοκαταληκτούν υπέροχα, σαν αδέλφια, αλλά να μην ταιριάζουν στο νόημα που θέλουμε να δώσουμε ή μία ανήκει σε διαφορετικό κόσμο και δε μπορεί να δικαιολογήσει την παρουσία της εκεί. Ούτε ο αριστοκράτης ταιριάζει σε γλέντι λαϊκών ανθρώπων, ούτε ο λαϊκός σε δεξίωση αριστοκρατών, μόνο σε κωμωδίες που στην περίπτωσή μας είναι κωμικοί στίχοι.  διαφορετικούς κόσμους και η ην  και πρέπει να θα βοηθήσει.  
Τώρα κάτι σχετικό με την τέλεια ή δυνατή ομοιοκαταληξία που αναφέραμε λίγο παραπάνω με το φρικτός και εκτός, να είναι ίδια δηλαδή η κατάληξη των λέξεων που ριμάρουν, όχι μόνο από το τονιζόμενο φωνήεν και μετά από ολόκληρη την τονιζόμενη συλλαβή. Ναι, αλλά στην πράξη φαίνεται πως όσο πιο δυνατή είναι η ομοιοκαταληξία τόσο αδυνατίζει το νόημα των προτάσεων που κλείνει. Η ομοιοκαταληξία είναι σαν τη μουσική στον κινηματογράφο που πετυχαίνει όταν δεν …ακούγεται. Πρέπει να βλέπουμε την ταινία και να μην προσέχουμε τη μουσική της υπόκρουση γιατί μπορεί να διακρίνουμε κι ένα μουσικό όργανο κι ένα ωραίο σόλο και να χάσουμε τους πρωταγωνιστές. Όταν περάσει η ομοιοκαταληξία καλό είναι να μην τη θυμάται ο ακροατής, να μην απορεί με ποια λέξη θα ομοιοκαταληκτήσει αυτή που μόλις άκουσε. Καλύτερα να περνάει μέσα του το νόημα που μεταφέρουν οι λέξεις και όχι το σχήμα τους. Μια κακή ομοιοκαταληξία είναι καλύτερη από την απορία «Τι γίνεται εδώ, ρε παιδιά;»

ΕΠΩΔΟΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ
Επιστολή σ’ έναν επίδοξο στιχουργό
Όσο κι αν σε στενοχωρώ δε θα στο κρύψω: μη νομίζεις ότι επειδή βρήκες ομοιοκαταληξία έφτιαξες στίχο άξιο για τραγούδι. Μπορεί βέβαια και να έχεις δίκιο, μην ξεχνάς όμως ότι η ομοιοκαταληξία είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει ίσως επειδή θεωρείται δεδομένη,. Άλλο δεδομένη όμως κι άλλο πάει και τέλειωσε, κερνάω. Δώσε στον τραγουδιστή και κατ’ επέκταση στον ακροατή συναίσθημα, ρυθμό, κύματα συναισθημάτων, δώσ’ του αλήθεια, δώσ’ του τη ζωή του πίσω με στίχους, δώσε τις εικόνες των παιδικών και των άλλων καλύτερων η χειρότερων χρόνων. Μπορείς να δώσεις κι άλλα, αλλά δεν χρειάζεται, όσα έδωσες μέχρι εδώ φτάνουν. Ίσως δεχτείς ευχαριστίες για οτιδήποτε έδωσες, αλλά μην περιμένεις κανένα «ευχαριστώ» για μια ομοιοκαταληξία σου. Κι αν ακούσεις κάτι τέτοιο κοίτα να κρυφτείς. Μάλλον δεν έγινε αντιληπτό τίποτ’ άλλο από τα προηγούμενα που υποτίθεται πρόσφερες απλόχερα. Ναι, αυτά που πρόσφερες αι να μην έχουν ομοιοκαταληξία δεν θα προλάβει να το προσέξει κανείς, γιατί όλα αυτά τα θαυμάσια που μάλλον έχεις μοιράσει, θα δώσουν με τη σειρά τους στον συνθέτη των στίχων σου την ευκαιρία να βγάλει από μέσα του μια; θαυμασίως ενοχλητική μουσική ικανή να καλύψει ό,τι λείπει και από το στίχο και από τα ασφαλιστικά ταμεία. Θα δώσει πολλά περισσότερα στο στίχο, όχι κατ’ ανάγκην στα ταμεία. Αν δε με πιστεύεις ρίξε μια ματιά στη ανομοιοκατάληκτη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου και θα δεις κι εσύ ότι κάποιος Μπιθικώτσης μέσα σου επαναλαμβάνει τα ίδια τραγουδώντας Θεοδωράκη από το 1966 που είναι αδύνατον να θυμάσαι. Γι’ αυτό και πολλά άλλα υπάρχουν οι στίχοι.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε,
όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους
η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
από τις τρύπες του πανωφοριού τους
μπαινοβγαίνει ο θάνατος

πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους
η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
από τις τρύπες του πανωφοριού τους
μπαινοβγαίνει ο θάνατος

Πάνoυ στα καραούλια πετρώσαν
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
τώρα γεμίζουν τα κανόνια τους
τώρα γεμίζουν μόνο με την καρδιά τους.