19/3/17

Μουσική αλληλεγγύη με ποίηση στην Ηλιούπολη

Όλα ξεκίνησαν από μία μουσική βραδιά στο Δίκτυο Αλληλεγγύης. Και όλα ήταν κάπως έτσι, σαν ραδιοφωνική εκπομπή:
Είμαστε όλοι μάρτυρες στις δίκες χωρίς δικάσιμες με κατηγορούμενη την επέλαση της υπεραξίας του ελάχιστου κέρδους. Η από δεκαετίες ρομποτική αυτοματοποίηση σε βάρος της ανθρώπινης αξίας δίνει χώρο στην ελεύθερη φαντασία της ποίησης, ουράνια, επίγεια και υπόγεια, στην ελεύθερη απόλυτη γραφή, στη μουσική εξύψωση και στη διαπροσωπική αφήγηση ονείρων, ιδιαιτέρως όταν μια χώρα αντιστέκεται επίσημα, επιτυχώς ή όχι. Κάθε τόσο ξεκινάμε ταξίδι με καπετάνιο τη μνήμη και πλήρωμα την όρεξη για πέρασμα στο αύριο. Στο δρόμο συναντάμε πολλούς απόντες και θα προχωρήσουμε μαζί με τις νότες στα χείλη, την ποίηση στην καρδιά και το δρόμο στα μάτια.
 
Παρέες με νότες του Μίκη Θεοδωράκη τρέχουν στο πεντάγραμμο και χαϊδεύουν ακόμα σαν άνεμος ένα αγριολούλουδο από αυτά που καταφέρνουν και βγαίνουν το φθινόπωρο. Σαν “Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα”, το έβλεπε και μας έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος από το 1973. Μετά αναρωτιόταν “...κυκλάμινο, στου βράχου τη σκισμάδα, πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσκο και σαλεύεις;” Από τα δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας.


Όμως δεν θ' αργούσε, λίγα χρόνια μετά, από ένα μικρό διαμέρισμα στα νότια του δήμου Ζωγράφου να να βγει στον κόσμο και η “πικραμένη του γενιά”, από τα πλήκτρα του πιάνου του Μάριου Τόκα. Ο Λάκης Χαλκιάς ομολογούσε στη θέση του ποιητή, “Δεν κλαίω γι' αυτά που μου `χεις πάρει / για αυτά που μου `χεις αρνηθεί. / Μου `χεις χαρίσει ένα φεγγάρι / γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ”. Αντίδωρο ικανό να γιατρέψει  τον πόνο της απουσίας και να ευχαριστήσει όσους το κρυφακούν και κάθε μέρα γίνονται περισσότεροι.


Από το 1982 ο Γιώργος Νταλάρας μάς σύστησε τον Δημήτρη Λάγιο στον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης εμπιστεύθηκε την εξομολόγηση “Όμορφη και παράξενη πατρίδα ωσάν αυτή που μου ’λαχε δεν είδα”. Στον “Ήλιο τον Ηλιάτορα” που συναντούμε και με τον Παντελή Θαλασσινό.


Η Χούντα μόλις είχε πέσει, αλλά η Ελλάδα, που έκανε τα πρώτα της βήματα σε άλλη μία δημοκρατία, ακόμα κοίταζε προσεκτικά στο πλάι πριν κάθε στροφή και πρόσεχε με φόβο απρόσμενα βήματα που έρχονταν χωρίς εικόνα. Ο Μάνος Ελευθερίου το είχε ήδη αποτυπώσει αυτό στο χαρτί: “Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά / στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει; / πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά / που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;” Το 1974 αυτούς τους στίχους πήρε από το χέρι και τους ταξίδεψε στα σπίτια μας στους δρόμους, στις πλατείες, στα γήπεδα ο Μίκης Θεοδωράκης με τη Μαρία Φαραντούρη. “Τα τραγούδια του αγώνα”. Η ποίηση, μαζί με τη μελοποίησή της επιβιώνουν στο χρόνο και κληροδοτούνται στους νεώτερους. Πάνος και Χάρης Κατσιμίχας.

Ζόρικο 1961. Κάθε νύχτα μνημόσυνα του εμφυλίου, με τον έναν αδελφό ηττημένο, αλλά τον άλλο όχι νικητή. Ο Μίκης Θεοδωράκης μόλις είχε αναστήσει το τραγούδι δένοντας την ποίηση με νότες και τις νότες με φωνές τραγουδιστών, μουσικών οργάνων και ανθρώπων γεμάτων δρόμους. Σ' ένα δίσκο 45 στροφών με δυο λιποτάκτες τίτλους ο Γιάννης Θεοδωράκης χάθηκε στη γραμμή του μολυβιού του, γιατί όπως έλεγε και λέει ακόμα η φωνή τού Μίκη. “...δεν είχα τα φτερά και είχα εσένα Κατινιώ. / Γιατί ’χα όνειρα πολλά / και το λιμάνι είναι μικρό / Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος / Και θα `μαι πάντα μόνος.


“Στα κακοτράχαλα τα βουνά / με το σουράβλι και το ζουρνά / πάνω στην πέτρα την αγιασμένη / χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι. / Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής / κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής”. Τη δουλειά την είχε στήσει ο παμπόνηρος ποιητής Νίκος Γκάτσος, που βρήκε τον Μάνο Χατζιδάκι κι έδωσαν εν χορώ άλλον ένα τίτλο στον νεαρό ψάλτη Μανώλη Μητσιά από Δουμπιά Χαλκιδικής. “Τσάμικος” στο δίσκο της Αθανασίας του 1976 μέχρι σήμερα.

Στη δικτατορία σαν τις νύχτες, μαύρες είναι και οι μέρες. Η ποίηση διαβάζεται πίσω από σκοτισμένες  γραμμές, “Είπες πως θα 'ρθεις να με βρεις / μα γέρασ’ η καρδιά μου / κι ούτε πουλί φτερούγισε / μέσα στην ερημιά μου”. Όταν γίνεται άκουσμα όμως έχει τους στίχους της ντυμένους νότες και χορεύει στο ταβάνι τής μπουάτ μεταμφιεσμένη σε κορίτσι με λουλούδια που μοιράζει μηνύματα ότι χαράζει επιτέλους, “Όταν ανθίζουν πασχαλιές κι όταν αναστενάζω...” Και με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα θα μείνει να θυμίζει και να προετοιμάζει. Πέρασαν πολλά χρόνια από το 1971 ως το 2005, όταν οι ανθισμένες πασχαλιές και το χελιδονάκι του Μαγιού δεν θα προλάβαιναν να δουν ποτέ ξανά τον πατέρα τους Σταύρο Κουγιουμτζή που χάθηκε στις 12 Μαρτίου, μέρα σαν τις κοντινές μας. 


1977 και η ποίηση έχει πια κυριαρχήσει στο τραγούδι. Άρχισε ήδη να ξεδιαλέγεται μην παρακμάσει. Σίγουρα θα έμεναν στην πρώτη γραμμή ο ποιητής που παρίστανε τον στιχουργό και ο ποιητής των χρωμάτων της μουσικής. Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζιδάκις με τη Φλέρυ Νταντωνάκη. “Ψηλά στου Διγενή τ’ αλώνια τις νύχτες του καλοκαιριού του κάτω κόσμου τα τελώνια με λεν τρελή του φεγγαριού”.


Τραγούδια με στίχους ποιημάτων εμφανίζονται ακόμα και σε διαγωνισμούς τραγουδιών. Στο πιο γνωστό φεστιβάλ νεολαίας, αρχές του '80, από τη Φωτεινή Σαββατιανού ακούγεται το “Απόρρητο του μαρκόνη Θανάση Αβραμίδη. Άλλη μία πορεία ξεκίνησε τότε και “Μη με ρωτάς πού πάμε κι ας το ξέρω / Έχω το στόμα μου με όρκο κλειδωμένο”. Από αληθινή ιστορία εμπορίου όπλων θαλασσών της Κεντρικής Αμερικής. Μελοποιός ο Γιώργος Θεοχαρόπουλος.


Στα 45ρια του 1965 ένας ακόμα νέος τραγουδιστής του Μίκη Θεοδωράκη υμνεί σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη “Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, λουΐζα και βασιλικό, μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω και τι να πρωτοθυμηθώ”. Αυτός ο νέος τραγουδιστής λεγόταν, όπως και σήμερα,  Κώστας Χατζής


1966, όταν οι Μικρές Κυκλάδες του Οδυσσέα Ελύτη συναντιούνται σ΄ ένα δίσκο με τους Λιποτάκτες, του Γιάννη, τη μπαγκέτα του Μίκη Θεοδωράκη και τη φωνή της Ντόρας Γιαννακοπούλου, “Του μικρού βοριά παράγγειλα, να `ναι καλό παιδάκι".


Η ποίηση συνεχίζει να μπολιάζει τη μουσική κι αυτή να βγάζει με άλλη σάρκα τα τραγούδια της, αλλά και η μουσική εξακολουθεί ντύνει την ποίηση να τη βγάζει από τη βιβλιοθήκη και να την κυκλοφορεί στον αέρα όλων των δωματίων του σπιτιού, αλλά και έξω από αυτά να τη γνωρίσουν όλοι. 2017 και για πρώτη φορά παρουσιάζεται μελοποιημένος ο “Ερωτικός λόγος” του Γιώργου Σεφέρη από τον Γιώργο Θεοχαρόπουλο. “Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις / μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί / κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις / κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί”.


Μετά το 1974 μια νεαρή μουσουλμάνα Κύπρια η Νεσιέ Γιασίν έδωσε στον Μάριο Τόκα ένα πολύ μικρό ποίημα, που το έκανε όμως απέραντο το ότι ήταν γραμμένο σε δύο γλώσσες, μετά από απόδοση της Έλλης Παιονιδου . Ελληνικά και τούρκικα που δύσκολα μπορούσε να τα χωρίσει η αγγλική γλώσσα. “Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά. Έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά. Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο. Ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ; “


Τέλειωνε η δεκαετία του '70 και άλλος ένας συνθέτης θα ταίριαζε στο πεντάγραμμο την ποίηση του καθ' ομολογίαν ιδανικού κι ανάξιου εραστή των θαλασσών Νίκου Καββαδία. Μετά τη Μαρίζα Κωχ και τον Γιάννη Σπανό, ήρθε και ο Θάνος Μικρούτσικος, αυτός με τον Σταυρό του Νότου....


 Δεν θα έλειπε από την παρέα του Καββαδία ο σύγχρονος τραγουδοποιός Δημήτρης Ζερβουδάκης από τα φοιτητικά του χρόνια. Γράμμα σ' έναν ποιητή δίπλα σε ένα μπουκάλι ουίσκι, κάτω από τους καπνούς του Κάμελ. Αυτούς τους καπνούς που διαφέρουν στα ταξίδια, γιατί είναι πιο σύννεφα και πιο κίτρινοι, σαν το πακέτο και τα σημάδια της νικοτίνης στα μάτια.


“Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη / πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ /
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι / μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό”. Ο ποιητής κουβαλάει στο πλοίο την πατρίδα, το σπίτι τη μητέρα, τα απλώνει στο χαρτί και μας φέρνει τις θάλασσες στα μάτια και μας ταξιδεύει με το στόμα.


Ο Γιάννης Ρίτσος που ξέραμε γνώριζε την ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ, της έδωσε κάτι και από τη δική του κι έτσι μας έφερε στην Ελλάδα κάτι από την πένα αυτού του Τούρκου ποιητή. Οι δυο τους δύσκολα θα βρίσκονταν από κοντά, γιατί τα χρόνια που ο Γιάννης έβγαινε από τις φυλακές ο Ναζίμ έμπαινε. Δεν ξέρουμε όμως αν τώρα θ' αναφερόμαστε σ' αυτά αν δεν βρισκόταν να ενώσει την έμπνευση  του ενός με του άλλου ο Μάνος Λοΐζος τόσο απλά, όσο αυτό που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ: “Κι ό,τι πιο όμορφο θα `θελα να σου πω, δε στο 'πα ακόμα”.



Τα άρματα μάχης θα  γυαλίζονταν καθημερινά. Το στράτευμα σ' ένα ατελείωτο σημειωτόν, που τρύπαγε αυτιά θα χάραζε την πορεία του προς το Σύνταγμα. Όλοι δεν ήθελαν να το ξέρουν. 1966 και ο ποιητής που συνειδητά επέλεξε να γράφει στίχους, γραμμές  τραγουδιών, ο Νίκος Γκάτσος, σχεδίασε, ο Μίκης Θεοδωράκης χρωμάτισε και μια νέα τραγουδίστρια, η Μαρία Φαραντούρη, φώτισε. Η εικόνα των ήχων ήταν καθαρή, γύρω της όμως βάραινε την ατμόσφαιρα και χωνόταν ανάμεσα στις γραμμές και τις νότες κάτι που που στοίχειωνε και δεν επρόκειτο πια να ξεχαστεί. Η αποστασία ψιθύριζε εμπιστευτικά τις αναφορές της στις αρχές, περήφανη που είχε καταφέρει να σβήσει την τελευταία ελπίδα να ξεπεραστεί ο εμφύλιος “κι άδειασε τού κόσμου η αγκαλιά”. Τα υπόλοιπα ακολούθησαν το νόημα, όλων των τραγουδιών που άκουγε κάποιος κι  ασυναίσθητα κοιτούσε πλάι μην τον παρακολουθεί κανείς. “Στης νύχτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός κι είν’ η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός”.


Η Ελλάδα της Εγγύς Ανατολής είχε καεί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος χαμένος από την αμύνης τα παιδιά, διατάχθηκε να ερημώσει την Ανατολική Θράκη. Οι πρόσφυγες περιφέρονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα, σχεδόν για όλους ξένοι, για κάποιους μάλιστα επικίνδυνοι. Όχι πως οι Έλληνες μουσουλμάνοι που μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία και τον Πόντο είχαν καλύτερη μοίρα. “Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο, πιο πίσω `γω κι εσύ μπροστά, σα βραδινό λεωφορείο που `χει τα φώτα του σβηστά. Για μας ο κόσμος δεν τελειώνει, για μας ο κόσμος αρχινά, μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι δε θα μας βγάλει πουθενά”. Οι πληθυσμοί δεν ανταλλάσσονται, oι άνθρωποι δεν είναι νομίσματα. Ο Νίκος Γκάτσος και ο Σταύρος Ξαρχάκος θα δώσουν το 1983 πνοή στο ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη και της Σωτηρίας Λεονάρδου. Κανείς δεν ήξερε ότι σήμερα το πρακτορείο θολό και κρύο θα επέστρεφε στο μέλλον. “Κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές και το ταξίδι σαν άγριο φίδι γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές”


Η κοινωνία άρχισε να ξεσκεπάζει τα αμαρτήματα που έκρυβε κάυω απ' τα σκεπάσματα της μνήμης. Γκάτσος και Χατζιδάκις άνοιγαν πόρτες να μπει φως για την αποτύπωση. “Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη, προχτές την Κυριακή, μετά απο’ τη φυλακή, επέρασ’ απ’ το σπίτι”. Όλα ξεκίνησαν το 1976, μάρτυς μας ο Μανώλης Μητσιάς. Τα ίδια καταμαρτυρά λέξη προς λέξη και ο Διονύσης Σαββόπουλος.


Ο Μικρός Πρίγκηπας ζει σ΄ ένα μικρό πλανήτη από το θέατρο Λήδρα στη διασκευή του έργου του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ μας καλεί να μάθουμε να βλέπουμε με τα μάτια της καρδιάς. Ο Γιώργος Θεοχαρόπουλος μελοποιεί στίχους του Γιάννη Οικονομίδη το 1989 Το είπε και ο Διονύσης Σαββόπουλος.  Ο Νίκος Πόγκας πριν λίγο καιρό άφησε γεια στον Μικρό Πρίγκηπα που κρύβεται μέσα σε όλους μας.



Το 1953 ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μετέφρασε και διασκεύασε για το ραδιόφωνο τη νουβέλα «Κάρμεν» του Γάλλου συγγραφέα Προσπέρ Μεριμέ. Εμπνευσμένος μάλιστα από την ηρωίδα «Κάρμεν» θα έπλαθε και τη δική του «Στέλλα». Στη ραδιοφωνική «Κάρμεν» ακούγεται ένα τραγούδι σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη πάνω σε ένα κείμενο του Καμπανέλλη για μια βλάμισσα τσιγγάνα. Το ερμηνεύει ο ηθοποιός Νίκος Φιλιππόπουλος, με συνοδεία την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Η Εστρελίτα Ρεμεντάτα όμως, μετά τη μετάδοση μεταλλάχθηκε σε Μαργαρίτα Μαγιοπούλα, με την Κλειώ Δενάρδου. Τραγούδι που το καταλαβαίνουμε από τους πρώτους πρώτους στίχους που μας αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. “Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά/ που την εζήλευε όλη η γειτονιά”.


Το 1985 οι δίδυμοι άλλαξαν με τη σειρά τους κι αυτοί την πορεία του ελληνικού τραγουδιού και σύστησαν στη ροκ μουσική και στον κόσμο όλο ελάσσονες ποιητές. Δεν υπάρχουν σύνορα στη μουσική, πόσω μάλλον για την ποιήτρια ακαδημαϊκή Ρίτα Μπούμη Παπά. Παράξενο δεν είναι κι ας διαφωνούν ακόμα οι στίχοι. “Πεθαίνεις με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα. Τα χέρια σου μυρίζουν απ’ τα μαλλιά τους. Χτυπάει η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια. Σε ξένη αυλή συνομιλείς με το φεγγάρι”.


Ο Οκτώβριος του '81 ίσα που πρόλαβε να τελειώσει τις μέρες, τις νύχτες του και πολλά ακόμα. Οι άνθρωποι θα περνούσαν εκείνη τη χρονιά άλλοι γεμάτοι ελπίδες-όνειρα, άλλοι γεμάτοι υποσχέσεις, όλοι γεμάτοι λόγια, άλλοι μαγεμένοι, άλλοι βολεμένοι, άλλοι κακιασμένοι και κάποιοι αμίλητοι, μουσικοί μύστες μιας βραδιάς στο Σύλλογο της Ηλιούπολης. Ο Ιωσήφ Χατζηπαυλής απαντούσε στη Φωτεινή Σαββατιανού ζητώντας το “Άννα μην κλαις” και όσα προμηνύματα του Μπρεχτ ο Θάνος Μικρούτσικος έντυνε με μουσική και τα σκορπούσε χαμηλόφωνα σε όλους. Στο πιάνο και τότε ήταν ο Γιώργος Θεοχαρόπουλος. Από εκείνη την παρέα ο Ιωσήφ δεν λέει να λείψει ούτε απόψε.


Ο Κώστας Καρυωτάκης ήξερε ότι η αρρώστια του τον οδηγούσε στο θάνατο κι αυτή η αναμονή έγινε πορεία με σειρά λέξεων, που έβλεπαν κι έδειχναν το 1928, τελευταία του χρονιά που γέννησε το ποίημα. Θ' άφηνε για πάντα την Πρέβεζα και τον κόσμο όλο μέχρι το 1975, όταν θα ζωντάνευε αυτός ο θάνατος με τη φωνή του Θανάση Γκαϊφύλλια σε μουσική του Γιάννη Γλέζου. Σ' εμάς έμεινε η μετά θάνατον στροφή που δεν χώρεσε στο τραγούδι. Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους ένας πέθαινε από αηδία... Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία


Και θα τελειώσουμε μ' ένα δικό μας τραγούδι τους στίχους του οποίου χαρακτήρισαν κάποιοι στο ραδιόφωνο ως ποιητικούς.


Σύντομα θα μεταδώσουμε και την εκπομπή.