21/11/07

ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ

Ο μπάρμπα-Γιάννης κατάλαβε ότι το τσιγάρο του έφτασε μέχρι τη γόπα, γιατί δεν του έδινε πια καπνό ν’ ανασάνει. Το ζούληξε με λύπη τελετουργικά, αλλά χωρίς λόγο στο τασάκι , αφού είχε ήδη σβήσει μόνο του και μας κοίταξε όλους στα μάτια παραξενεμένοι, αλλά σίγουροι ότι κάτι σκεφτόταν να πει, όχι κατ' ανάγκην σε μας, αλλά έπρεπε να το πει οπωσδήποτε εκείνη τη στιγμή.

«Οι μεγαλοοφειλέτες της Εφορίας», ξεκίνησε ο μπάρμπα-Γιάννης, επιβεβαιώνοντας γι’ άλλη μια φορά την υποψία μας, «ακολουθούν την πάλαι ποτέ φοιτητική τακτική του γιου μου απέναντι στην στράτευση.»

«Δηλαδή;» ρώτησε ο …μικρός Τάκης, που τον αποκαλούσαν έτσι γιατί έκλεισε πια τα εβδομήντα, αλλά ακόμα έβαφε μαύρα τα μαλλιά και τα φρύδια του.

«Όσο καθυστερείς να παρουσιαστείς τόσο μειώνεται η θητεία.»

Κανείς δεν τόλμησε ν’ απαντήσει σ’ αυτή την αλήθεια που μας τυραννά το μυαλό κάθε μέρα και νύχτα και μας αφήνει ήσυχους μόνο όταν πηγαίνουμε να ψηφίσουμε τους ίδιους ή τους ίδιους που κάνουν τα ίδια ή τα ίδια.
Από τη γωνία όμως, σάλεψε η ματιά του ο κυρ-Κώστα, του συνταξιούχου δάσκαλου. Μετά τη ματιά κουνήθηκε και η γλώσσα του που πάντα ψάχνει ευκαιρία να γνωστοποιήσει σε όλους μας το τετριμμένο που τον ενοχλεί. Δήθεν αφηρημένος ο αγκώνας του έσπρωξε ένα τασάκι που του έκανε τη χάρη κι έπεσε κάτω. Όταν ο κυρ-Κώστας μας είδε επιτέλους γι’ άλλη μια φορά, όλο το καφενείο να στρέφουμε το κοινό βλέμμα μας επάνω του ξεκίνησε:

«Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν ακούω κάποιον να λέει, τα Ζωνιανά δεν είναι όπως τα παρουσιάζουν, τρέχω ν’ αλλάξω κανάλι στην τηλεόραση.»

«Γιατί, κύριε Κώστα», του πέταξε πονηρά ο καφετζής σκουπίζοντας το πάτωμα. Χαμογέλασε, γιατί είχε ξανακούσει την ιστορία από το πρωί τουλάχιστον άλλες δέκα φορές.

«Ψάχνω δελτίο ειδήσεων ή ενημερωτική εκπομπή» συνέχισε ο …Δάσκαλος. «Κάτι μου ψιθυρίζει τότε, ότι ναι, πράγματα στα Ζωνιανά δεν είναι τόσο άσχημα. Είναι πολύ χειρότερα.»