Χρονογραψίματα

Τηλεοπτικόν κωμειΝΔύλλιον

Ο μπελάλης, όπως πάντα, πριν προμηνύσει το κακό διαβάζει απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Γιανιπέστο: «Ακούσατε, ακούσατε…. Το φάντασμα της θανούσης Σοσιαλδημοκρατίας πλανιέται πάνω από την Ευρώπη».

Οι υπάκουοι όμως δεν έλεγαν ν’ ανοίξουν τα παντζούρια να τον ακούσουν. Ήθελαν κάτι πιο λαϊκό και εύκολο, με σασπένς, μάχες και προδοσίες. Έτσι, ξεκίνησε γι’ άλλη μια φορά την αφήγηση του κλασικού έργου «Γιάμλετ». (Ακριβή διευρυνιστική μετάφραση: «Για μελέτα»)

«Κάτι στραβό υπάρχει στο βασίλειο της Ευρωκρατίας, χαϊδευτικό της Μαρκοκρατίας, που κι αυτό είναι χαϊδευτικό της Δανειομαρκίας, εκεί που οι υπάκουοι κυβερνήτες δανείζονται για τις επαρχίες τους στη μνήμη του Μάρκου, όχι του Βαμβακάρη, ούτε του Βαφειάδη, ούτε του Σεφερλή που ζει, αλλά του Μάρκου της Δυτικής Γερμανίας.

Ο νεαρός ΔιάδοΧος πραγματικός διάδοχος με Χι κεφαλαίο –καλούμενος και Χούλης- ακόμα δεν μπορεί να κλείσει τις τηλεοράσεις του. Το τρίπτυχο από πανεπιστήμια των Δυτικών Ινδιών προβάλλει μπρος του και ζητά από τους ιθαγενείς να το προσκυνήσουν. Είναι το τοτέμ καλόγηρος όπου ο Χούλης μόλις κρέμας το σημερινό κοστούμι κυβερνήτου, αφού το δοκίμασε για δέκατη φορά αυτή την ημέρα. Τρέχει να ισιώσει το καδράκι με το ρητό: “ΕΣΡο Έτοιμος”, που δεσπόζει πάνω από την κεντρική τηλεοπτική του οθόνη πάνω από το σεμενεδάκι που διέπλεξαν οι πολιτικοί του συγγενείς, όταν κάτι κλιπιτικλόπ-κλιπιτικλόπ  ακούγονται απ’ έξω και τον ανησυχούν. Κακώς.

Δεν είναι των εχθρών τα φεσάτα που περάσαν με τα φέσια που έχει φορέσει στην αγορά. Ούτε ο πραγματευτής με τα κάρα μπρελόκ στο καραβάνι αποπληρωμής χρεών. Είναι ο Μαμπλίκος ο Ίσιος που μαθημένος τους φέρνει και σήμερα καλά νέα για να μην το ρίξει στα αντικαταθλιπτικά.

“Ο λαός, αφέντη μου, σε θέλει. Βρήκα 100 σε μια γειτονιά Μοσχάτου σταφυλιού και οι 42 που βρίσκονταν σ ένα αρχοντικό γύρω από αγία τράπεζα Πειραιώς Λεωφόρου μου είπαν ότι σε αγαπούν και σε περιμένουν να πάρεις το στέμμα μπας και τους δώσεις κάνα φο-μπιζού διαμαντάκι να το βάλουν στο μπρελόκ τους”. Αυτό είπε ο Παμπλίκος ο Ίσιος κι έπεσε έξω από το παράθυρο. Τα νέα όμως ήταν καλά κι έμειναν μέσα.

Έτσι ο Χούλης Διαδοχούλης δεν προέταξε τα στήθη του στη Μπαναγιά για ν' αμυνθεί, αλλά πέρασε στην επίθεση, κάνει μεταβολή και αντικρίζει ξανά την πίσω πόρτα της Εξουσίας, μια πόρτα που μόλις πριν από λίγο καιρό έφαγε και του έκατσε βαριά. Αυτό όμως δεν τον πτοεί. Άλλο τον νοιάζει: να αναγκάσει τον βασιLeftα να αυτοκτονήσει προκηρύσσοντας επιλογές; Ο Χούλης είναι σίγουρος ότι θα τις κερδίσει, εκτός αν τις χάσει. Αν δεν τις κάνει όμως ο βασιLeftς; Αλλά και να τις κάνει και να ξεκουμπιστεί και να φύγει, το ΜΕΓΚΑ ερώτημα παραμένει αναπάντητο: "Να μπει κανείς ή να μη μπει κανείς;"

Και πού να μπει; Στην Εξουσία ή στην αίθουσα του θρόνου; Ούτε αυτό μπορεί ν’ αποφασίσει ο Διάδοχος, γιατί η Εξουσία δεν συχνάζει στην αίθουσα του θρόνου, στο υπέρτατο κάστρο το Μάξιμουμ.

Ο Χούλης ανοίγει βιαστικά το τηλεοπτικό παράθυρο της αίθουσας αναμονής για να πετάξει έξω το περιτύλιγμα του σάντουιτς που μόλις καταβρόχθισε από δυο φέτες ΣτΕ και στη μέση ΕΣΡ που του διάβασε ο Παππάς. Τότε είδε απέναντι να πέφτει από τα σύννεφα γι' άλλη μια φορά η πάντα ξαφνιασμένη ένεκα του μονίμως αδιάβαστη πριγκίπισσα αδελφή του παραμένει αιχμάλωτη του Αυτοκράτορα Ζήλια και κάθε τόσο δηλώνει Διαδοχομήτωρ.

Ξαφνικά από το ανοιχτό τηλεοπτικό παράθυρο μπαίνει ρεύμα που πριν τον πλευριτώσει του ρίχνει ένα γάντι στο πάτωμα. Ο Χούλης έκανε το λάθος και το σήκωσε. Γέλια ακούστηκαν από την αυλή: "Μπου-χα-χα, τημπά τις ες. Τώρα θα πρέπει να με αντιμετωπίσεις σε μονομαχία μέχρι τηλεοπτικού θανάτου", ακούστηκε από το σιντριβάνι που δε χώραγε πια άλλο νερό από τα κέρματα που πέταξε μέσα ο Χούλης και τις ευχές που έκανε να πάρει το στέμμα, αλλά το τζίνι ήταν ελαφρώς κουφό και του έφερνε ένα στρέμμα πάτωμα να καθαρίσει η δούκισσα σύζυγος του Χούλη με τη μαγική σκούπα που όταν ρουφάει σκόνη και χρήμα άδει γερμανικούς ύμνους με τη φωνή του Λευτέρη Πανταζήμενς.  

Ο πρώην υπασπιστής του επίτιμου πατρός του που κι αυτός πάντα ζείμενς, ο υποκόμης Αντώνιος Κλαιωπάπιας, προθυμοποιήθηκε να πάρει τη θέση του στη θρυλική μονομαχία και να θυσιαστεί αυτός. Εκτός αν καταθέσει το σπαθί του, οπότε πρέπει να παραιτηθεί ο διάδοχος τον οποίο εκπροσωπεί. “Some are us”, φώναξε γι' άλλη μια φορά -από κει του 'μεινε και το προσωνύμιο- “Κάποιοι είναι εμείς, δεν χρειάζεται λοιπόν να τρέχουμε, όλα θα γίνουν μόνα τους”. γίνει η μονομαχία Ο ΔιαδοΧούλης δεν κατάλαβε κάτι κακό και ξαναβυθίστηκε στις μικρές του οθόνες.

Στην πλατεία αυλή του Συντάγματος Μπένι όμως, η μονομαχία είχε ήδη αρχίσει με έπαθλο ένα βλακόμετρο, σίγουρα χρήσιμο στον νικητή, όχι για εμπόριο φυσικά, αλλά για προσωπική χρήση. Οι μονομάχοι τρεις κι ο Χατζηπετρής διαιτητής ξεκινά τον αγώνα με σφύριγμα πέναλτι υπέρ του Ολυμπιακού, από συνήθεια. Τα τρία βλέμματα καρφώνονται μεταξύ τους σαν βρετανική σημαία. Ο Κάλος Αδ-'Όνειδος, ο Κακός Καιρός και ο Άσχετος Τσεκουράτος όχι από την Κεφαλλονιά έτοιμοι να σκοτωθούν μεταξύ τους και νικητής να βγει το ποδόσφαιρο, όπως κι έγινε, αφού ο Ολυμπιάρχης έγινε και καναλάρχης, χωρίς κανάλι, αλλά δεν τον νοιάζει, έτσι κι αλλιώς δεν είχε ούτε Ολυμπιακό πνεύμα αντιλογίας.

Τότε ο τσανακογλείφτης Κουμμουνιτσάκος, με το καόηχο όνομα που το μετέτρεψε στο πιο ήπιο “Κουμουτσακωμός”, ανέβηκε στον μιναρέ και ως γνήσιος μοεζίμενς κάλεσε γι' άλλη μια φορά τον κόσμο να φοβάται, ότι θα χάσει τη γλώσσα του, την πίστη του, τους παπάδες και τους τοκογλύφους του αν παραμείνει το στέμμα στο κεφάλι του βασιLeftως, η εξουσία στις τράπεζες και ο θρόνος στο επιπλάδικο για μνημονιακή επιδιόρθωση καλυμμάτων εξανθημάτων λέπρας.

Ο Χούλης δεν ήξερε ποιο κανάλι να επιλέξει για τη μικρή του γόνδΟΛΑ πρώτη φορά. Το ένα Σκάει γάιδαρο, το άλλο τα λέει STARάτα για στήθος ή μπούτι από τις κότες που φιλοξενεί. Τότε πήγε να μπει στο παιχνίδι και η μορφή του μάτι Κ-Άλφα, αλλά ο Χούλης δεν του επέτρεψε: «Στους δύο τέταρτος δε χωρά», του είπε ζμπρώχνοντάς τον στην αγκαλιά της Μενεγάκη, σίγουρος ότι τα πηγαίνει καλά στα μαθηματικά, όσο και η ωραία Ελένη στα ελληνικά. Τα μαθηματικά όμως δεν τα πηγαίνουν καλά μαζί του κι επιμένουν να διαφωνούν: "Ποιος είναι ο τέταρτος;" του χώνουν στο μυαλό του και ο Χούλης απάντησε με ετοιμότητα και με νόημα: "Ο νικητής εγώ και όχι", ακούστηκε σαν γρίφος και όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε, πλην φυσικά του ιδίου, που όμως δεν τον νοιάζει τι λέει, αλλά τι ακούνε οι άλλοι. Και οι άλλοι άκουσαν μόνο το ΟΧΙ συνηθισμένοι σ' αυτό ξέρουν, αυτό αγοράζουν.

Όλα τ' άλλα κυλούν φυσιολογικά στον ανήφορο του ποταμού.

Στην Κεντροχώρα κυριαρχεί ατέρμονη αγωνία. Ο ένας τρώει τα νύχια του άλλου. Κάποιοι και των ποδιών. "Ποιος θα βγει νικητής να πάμε από τώρα μαζί του;" Αναρωτιούνται όλοι αυτοί από μέσα τους, αλλά ο ένας ακούει τον άλλο. Οι Βαρόνοι ΜΜΕ σθένος κάνουν την πάπια: "Α, πα, πα, πα, πα, πα, πα! Δεν ανακατευόμαστε. Τον Χούλη θέλουμε."

Από κάπου μακριά ακούγεται ένα μοχθηρό, καταχθόνιο γέλιο. Είναι του κατακτητή Κωστάκουλα των Ραφηνείων, που χαίρεται με τις εξελίξεις. Πίσω απ’ το γέλιο ακολουθεί υπόκωφα το κουδούνισμα χρυσών νομισμάτων. Η Φορομαζώχτρα γι’ άλλη μια φορά δεν μοιράζει κέρδη αλά ελληνικά ισχυριζόμενη Τζακ-Ποτ στο Τσακ α Lotto.

Στο μυαλό του Χούλη σκόνη σηκώνει νέα μελλοντική μονομαχία. Τα σπαθιά ακονίζονται ξεκουρδισμένα και ξεκαρδισμένα στα γέλια με το Βου και με το Α Βρωμόπουλο που από άρχοντας των αποδημητικών στην Ευρώπη ετοιμάζεται να κάτσει στη χεσμένη φωλιά του Χούλη.

Τον Χούλη αρχίζει να τον πονά κι ο κάλος τού Αδ-Όνειδος που κατά λάθος είχε πατήσει το ένα πόδι του με το άλλο ή αντιστρόφως. Κανείς δεν ξέρει και δε θα μάθει ποτέ αν δεν αγοράσει την κουμούτσα με τα 21 ιστορικά βιβλία που λιγουρεύεται σαν γνήσιο τριαντάευρο.

Ο αρματολός Κουτσούμπάι-μπάι Λένιν θέλει να μας έρθει ο υπαρκτός σοσιαλισμός κατακέφαλα άμεσα, τώρα για δύο λόγους: πρώτον υπάρχει και δεύτερον ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβγαλαν το Κομμουνιστικό Μάνι-μάνι-πέστο»

Η συνέχεια επί της μικρής οθόνης


Βόλτα σημειωτόν

    
    
     Τα τηλεπαιχνίδια συνεχίζονται, αλλά παίκτες είναι μόνο η Κυβέρνηση ΜΜΕ κάτι δικούς της παραδίπλα. Υπάρχει ραντεβού μας στα τυφλά με τους τροϊκάνους που ανέβασαν τον τόνο τους για να φοβίσουν αυτούς που συμφωνούν διαφωνώντας μαζί τους; Μήπως έχουμε ραντεβού στην τύφλα μας με τους χουλιγκάνους της διεθνούς οικονομίας; Ναι, απορώ. Όλα ξεκίνησαν από ρο. Ο Χάρος το έβγαλε από πάνω του κι έγινε Χάος. Είπε «Ή Εγώ ή το Χάος». Την ατάκα αυτή την έκλεψε και ο Αντωνάκεν, αλλά δεν του ανέβασε τον αριθμό των εισιτηρίων, μόνο την τιμή τους. Όταν ένας λαός προτιμά το χάος αντί για τον φερόμενο ως  πρωθυπουργό του, μήπως το Χάος δεν είναι και τόσο χάος όσο το «Εγώ»; Μήπως το «Εγώ» είναι «Αυτοί»; Ή τ’ αφεντικά της Μέρκελ ή το χάος, είδα γραμμένο σε τοίχο που γκρεμίστηκε εδώ και χρόνια, άρα το φαντάστηκα.
      Άκουσα ότι μετά και τα μαφιόζικα χτυπήματα απειλείται το ποδόσφαιρο στη χώρα μας με ξαφνικό θάνατο, ότι σκέφτονται δηλαδή κάποιοι να το σκοτώσουν για να μην υποφέρει. Περνώντας από ένα καφενείο μήπως βουτήξω τα αθλητικά από καμιά εφημερίδα άκουσα από έναν διαβαστερό, «Λείπει ο Μάρτης απ’ την προεκλογική;» Αμέσως κάποιος τον διόρθωσε: «Από τη Σαρακοστή εννοείς». Εκείνος όμως ήταν καλά προετοιμασμένος: «Σαρακοστή, ρε,  έχουμε εδώ και χρόνια, δεν της λείπει κανένας μήνας». Όσο τα έλεγε αυτά όμως δεν άφηνε την εφημερίδα του στα νύχια μου.
     Έφυγα από το καφενείο με τις εκλογές στο μυαλό μου και μια γουλιά φραπέ που κοινωνικοποίησα από ένα φρέσκο ποτήρι σε ξεχασμένο δίσκο. Το ποτήρι στην τσέπη μου και οι εκλογές στο μυαλό μου. Το τσουχτερό κρύο μου θύμισε ότι αν είχα φωτιά, θα κάπνιζα, αλλά δεν έχω σιγάρα. Για οικονομία σκεφτόμουν να μετατρέψω τον αναπτήρα μου σε ντίζελ. Αυτό απαγορεύεται όμως για την αποφυγή λαθρεμπορίου καυσίμων. Γι’ αυτό άλλωστε το πετρέλαιο θέρμανσης είναι απλησίαστο. Όταν αρχίσει να ζεσταίνει ο καιρός, κοντά στον Μάρτιο ο Θαμαράς θα παραγγείλει ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία για να μας πάει σ’ εκλογές να τον ψηφίσουμε ενόψει πολέμου. Δεν σκέφτεται ότι σε περίπτωση πολέμου οι Έλληνες δεν θέλουν επικεφαλής τους τύπο που δεν καταφέρνει ούτε τον αριθμό των δόσεων για χρέη στο δημόσιο να καθορίσει αν δε συμφωνούν οι κατακτητές.
      Μέσα μου ακούω από κάτι υπουργούς, «Εσύ, εσύ κι εσύ κληρωθήκατε εθελοντές για να θυσιαστείτε». Έστριψα αριστερά για ν’ αποφύγω το βωμό, αλλά έπεσα σε διόδια και ούτε κέρμα στην τσέπη μου. Το χρέος βέβαια, έπεσε μαχόμενο, αλλά έπεσε πάνω μας και πρέπει κάποτε να σηκωθεί, μπας και περπατήσουμε να φτάσουμε κάπου. Πώς γίνεται να έχουμε δανειστές, αλλά όχι δανεικά; Αυτό με διέταξε να σκοντάψω σε μία πεσμένη υπόσχεση για να σταματήσω ν’ αναρωτιέμαι με τις απαντήσεις και όχι με τις απορίες. Η κοτρώνα η υπόσχεση όμως μου ψιθύρισε ότι τα έργα, αλλά και τα λόγια είναι περιττά. Τελικά θα νομοθετήσει η Κυβέρνηση ή η Βουλή, μπερδεύομαι, για νέες «θυσίες» μας υπέρ των, ας πούμε, δανειστών μας. Το κόλπο είναι απλό, καθυστερούμε χαρακτηριστικά ο παιχνίδι, ώστε από το πολύ μπλα-μπλα ο κόσμος να συνηθίσει και να θεωρεί ψηφισμένα ήδη τα πάντα. Οπότε μετά την ψήφιση δεν θα κουνηθεί βελόνα. Μια κατακλείδα κουφαίνει το δεξί αυτί μου με η σιγουριά ότι οι πρόωρες εκλογές θα γίνουν το 2016. Γεια σας.


ΤΟ DNA ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ
Οκτώβριος 2016. Σε ανασκαφή ασύλητου τάφου εφημερίδας που έκλεισε στη δεκαετία του ’90 βρέθηκε μεταξύ άλλων σειρά αδημοσίευτων ανταποκρίσεων που φτιάχνουν μια ιστορία που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αλλάξει τον ρου της επίσημης συναδέλφου της. Ας παρακολουθήσουμε. Ξεκινάμε από 24 Οκτωβρίου με το παλιό ημερολόγιο με το οποίο μέχρι σήμερα (συν)τάσσεται το εορτολόγιο αγίων και ηρώων στη Ρωσία.

ΜΟΣΧΑ 24.
Τις πρώτες πρωινές ώρες άγνωστοι μπήκαν και σύλησαν το ιερό μαυσωλείο του Λένιν αφαιρώντας το μεσαίο δάκτυλο του αριστερού χεριού από το βαλσαμωμένο σώμα του μεγάλο ιστορικού ηγέτη. Εκτός των δραστών άγνωστοι παραμένουν και οι λόγοι αυτής της ενέργειας. Εικασίες σημειώνουν την πιθανή εμπορική εκμετάλλευση του σώματος του Λένιν κομματάκι-κομματάκι.
Μόσχα 24. (Αργότερα)
Ώρα δώδεκα το μεσημέρι βρέθηκε σε ανυποψίαστο μοσχοβίτη σκουπιδοτενεκέ προκήρυξη μιας οργάνωσης με την επωνυμία Ο.Α.ΚΚΣΕ. Προκήρυξη σχετική με τη σύληση του παναγίου τάφου
ΜΟΣΧΑ 24. (Αργότερα-αργότερα)
Μετά από άδεια που δόθηκε από τη Δημοτική Αρχή, η προκήρυξη των συλητών εξήλθε βιαίως, με συνοπτικές διαδικασίες, του σκουπιδοτενεκέ και μοιράστηκε φωτοτυπημένη στον Τύπο. (Εμάς δυστυχώς μας έτυχε το πρωτότυπο). Αντιγράφουμε:
ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ
"Η Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΣΕ πιστή στις παραδόσεις των μεγάλων τιμονιέρηδων Κ.Μ., Φ.Ε., Β.Ι.Ο.-Λ., Μ.Τ.Τ., Φ.Κ. Α.Π., Κ.Τ.Λ., (Εικάζεται ότι τα αρχικά αναφέρονται στους Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ-Λένιν, Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν, Μάο Τσε Τουνγκ, Φιντέλ Κάστρο, Αλέκα Παπαρήγα, κ.τ.λ.) σ.σ.
(Σύνδεσις με προηγούμενα)
"Πιστοί στις παραδόσεις των τιμονιέρηδων (που προαναφέρθηκαν) ως οργάνωση απαλλοτριώσαμε για το καλό του προλεταριάτου των αγροτών και διαφόρων άλλων, μέρος της ακίνητης περιουσίας του Παγκόσμιου Προλεταριάτου και συγκεκριμένα το συμβολικό μεσαίο αριστερό δάχτυλο χειρός Β.Ι.Ο.-Λένιν, με το οποίο ο Ηγέτης έδειχνε "Τι Να Κάνουμε". Το δάχτυλο αυτό, πέρα από κάθε αστικό σεξουαλικό συμβολισμό, θα γίνει ο εφιάλτης των απανταχού προδοτών που Παγκοσμίου Κομμουνιστικού Κινήματος, ρεβιζιονιστών και άλλων. Πίσω από το δάχτυλο θα ξεπηδήσει και ο ίδιος ο λοιπός Λένιν, αναπλασμένος για τη Δεύτερη Παρουσία Του στη Γη Ειδικοί σύντροφοι επιστήμονες συνεπείς στην υπόθεση του ΜΛ κ.τ. Π.Δ.* δημιούργησαν βιοηλεκτρονικό σύστημα ανάλυσης χρωματοσωμάτων ενός κυττάρου, D.N.A. κ.α., (ακόμα και βαλσαμωμένου κυττάρου). Με βάση τις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες εκεί, αναπλάθεται όλος ο πρώην οργανισμός στον οποίο ανήκε το κύτταρο και επανέρχεται στην ηλικία του πρώτου θανάτου.
Δεν είναι ανάσταση, είναι επανάσταση.
*Μαρξισμού Λενινισμού και του Προλεταριακού Διεθνισμού
Και τώρα λίγα λόγια για την Κ.τΔ.Κ.Κ.κ.τ.Δ.Θ.Ο.τ.Α.Σ."*

ΥΓ
"Δεν προλαβαίνουμε τώρα, έρχεται απειλητικά ένας οδοκαθαριστής και πρέπει να βάλουμε την προκήρυξη στον σκουπιδοτενεκέ και να γίνουμε καπνός.

Ο.Α.ΚΚΣΕ

ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΗΞΕΡΑΝ ΠΟΛΛΑ

Έκλεισα με μίσος την πόρτα του Μάσταγκ, που μου θύμισε ότι θέλει πάλι φαναρτζή και κατάπια άλλη μια υγρή δόση του μεσημεριανού και μπαρουτοκαπνισμένου από αμόλυβδη βενζίνη της λεωφόρου αέρα.

Άναψα άλλο ένα μελαγχολικό κουρασμένο Λάκι Στράικ όσο ατένιζα να χάνεται στον ορίζοντα της καγκελόπορτας η μοιραία γυναίκα που περπατούσε μέσα στο μεταξωτό μίνι της που γλίστραγε νωχελικά στο κορμί της όπως θα ήθελα να κάνει κάποτε το χέρι μου.

Τα μαύρα μου Πράντα την ακολούθησαν προσεκτικά. Τα μαύρα μου Ρέιμπαν έκπληκτα κι έτοιμα να σπάσουν την είδαν να μπαίνει στο παλιό μου Λύκειο.

«Τι δουλειά έχει στο δικό μου σχολείο και μάλιστα κυριακάτικα», χάιδεψε το μαλλί μου μια πονηρή σκέψη μετά τη μικροσκοπική μου τσατσάρα που χώθηκε απρόθυμα στην κωλότσεπή μου.

Το τοπίο ήταν γεμάτο λιακάδα και κοιλιές σαραντάρηδων και πάνω. Πολύς κόσμος περιφερόταν έξω απ’ την πύλη με ματιές που αναδύονταν από τις πλάκες πεζοδρομίου και καρφώνονταν στους σοβάδες της μάντρας, σα να ψάχναν γωβνία να κατουρήσουν. Ένας βαρύς ασυνάρτητος θόρυβος από λαρύγγια και χείλια μ’ ενημέρωνε μουρμουριστά ότι πολύς κόσμος ήταν παραταγμένος σαν τάγμα πεζικού στο προαύλιο.

«Πάλι κατάληψη;» μου πέταξε η προηγούμενη σκέψη πριν χαθεί στη μνήμη του 1986.

Ήπια μια ντροπαλή, κοφτή γουλιά Τζιμ-Μπιμ από το πλακέ μπουκαλάκι πριν το θρονιάσω ξανά βιαστικά στην εσωτερική τσέπη του μαύρου μου Αρμάνι.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βρισκόμουν κι εγώ φυτεμένος στη ρυτιδιασμένη άσφαλτο έξω απ’ την τάξη μου της Τρίτης Λυκείου, δίπλα στη μπασκέτα που ξετίναζα για καλά στα διαλείμματα έξι ολόκληρα χρόνια. Ασυναίσθητα πέρασε απ’ το μυαλό μου να ταχθώ ξανά στους ωραίους κακούς έξω απ’ τις τουαλέτες και ν’ ανάψω άλλο ένα Μάρλμπορο από τα παλιά. Κάποιες γνωστές αλλά βαρύτερες φωνές με σταμάτησαν: «Τζίμη κι εσύ ΠΑΣΟΚ;»

Οι μακρουλές ουρές, κάθε μια μ’ εκατό ροζ ερωτηματικά σέρνονταν πίσω από σχόλια παλιών συμμαθητών μου και μ’ ακολουθούσαν για πολλά δευτερόλεπτα που με πατίκωναν σαν αιώνες πολυλογούδων γιαγιάδων, πριν χαθούν στη λήθη και τη γεροντοκόρη εσωκομματική εκλογική αναμέτρηση. Κάποια ειρωνικά ερινύες χασκόγελα έβγαιναν και με ματσίγωναν από καλοβαμμένα χείλια που κουβαλούσαν ακόμα παλιές μου γκόμενες και σφυροκοπούσαν ανηλεώς τα πεσμένα αυτιά μου.

Από το απέναντι μπαλκόνι, όπου εκείνη τη στιγμή μάζευε απλωμένα ρούχα η πρώην πεθερά μου, διέκρινα με κακία τον εαυτό μου μελανιασμένο από κρύο ιδρώτα, καθώς πλησίαζε σαν κλέφτης το αυτοκίνητό μου για να κρυφτεί κάτω απ’ την κλεισμένη του τέντα.

Τότε ξαφνικά, σα βόμβα σε γέφυρα του Βελιγραδίου, με χαστούκισε η φωνή του φιλόλογου, πίσω από μια συνταξιοδοτημένη εκπνοή ούζου: «Λαμπρόπουλε, ψήφισες Βενιζέλο, γι’ αυτό τρέχεις να φύγεις, άχρηστε;»

Αντί ν’ ανταποδώσω τη τρεμάμενη χειραψία που μου πρότεινε ο παλιός μου καθηγητής μου ’ρθε να χωθώ μες στα μανίκια μου. Δε θυμάμαι τι έκανα, ούτε πώς έφυγα από την εκείνο το καμίνι της Κόλασης, όπου ακόμα θα βράζει σε καζάνι η χαμένη μου μαγκιά.

Τώρα μουντζώνω τη μούρη μου. Τα ποδάρια μου χορεύουν τουίστ απλωμένα πάνω στο γραφείο μου μπροστά στο περήφανο, αλλά μισοάδειο μπουκάλι Χαβάνα Κλουμπ, πάνω από το γεμάτο μου τασάκι που καπνίζει σαν αποκαΐδι πυρκαγιάς σε δάσος. Θα βγάλω και θα πετάξω απ’ το παράθυρο με το σπασμένο τζάμι τα κωλοπάπουτσά μου, γιατί τα βλέπω πίσω απ' τη ζάλη μου να με κοροϊδεύουν αργοπατώντας σαν καλντεριμιτζούδες Νιγηριανές πουτάνες Ομονοίας, που με ψωνίζουν δυο-τρεις φορές κάθε βδομάδα. Τα λυμένα κορδόνια στέλνουν στα παραιτημένα μούτρα μου με περισσό θράσος αλλεπάλληλες ριπές νευρικότητας για την τελευταία μου επαγγελματική αποτυχία. Η γκόμενα που παρακολουθούσα αποδείχτηκε γνωστή βουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν το πήρα είδηση, παρά μόνο πριν σπάσω με την τηλεφωνική μου συσκευή την τηλεόραση που μου το σφύριξε. 
Πρέπει ν’ αγοράσω άλλη και να βρω μια γυναίκα να καθαρίσει. Με τι λεφτά όμως; Δε βαριέσαι, κάτι θα γίνει πάλι και θα ξελασπώσω.

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος δουκάτου
  • Η ολομέτωπη σύγκρουση Κυβέρνησης και εργαζομένων λήγει άδοξα.
  • Ο πρωθυπουργός σε διάγγελμά του ήδη έχει απειλήσει άγρια: «Σταματήστε τις απεργίες γιατί θα σας κάνουμε πάλι εκλογές».
  • Οι οικογένειες ακούγοντάς το αυτό ορμούν έντρομες στα σούπερ-μάρκετ και κατεβάζουν από τα ράφια ντάνες μακαρόνια και κούτες εβαπορέ. Η μαύρη αγορά αρχίζει πάλι να οργιάζει.
  • Οι δημοσιογράφοι παίρνουν μάτι κρατώντας το φαναράκι της τηλεοπτικής συσκευής. Καθημερινή κουβέντα στα καφενεία και τις στάσεις λεωφορείων: «Ψήφους και μακαρόνια έχω πολλά, εβαπορέ όμως ένα».
  • Η δόξα, δράμα. Εγκαταλείπει τους πάντες -Κυβέρνηση κι εργαζόμενους- και πηγαίνει στη Βουλγαρία ν’ ανοίξει εργοστάσιο ζυμαρικών και ν’ αρμέξει εισαγόμενες αγελάδες που μουγκανίζουν στα Σέρβικα διαμαρτυρόμενες για την εισβολή των ξένων στα λιβάδια τους. Από τούδε και στο εξής παύει να θεωρείται ανέκδοτο το γνωστό: «Έλληνες λαθρομετανάστες στη Βουλγαρία».
  • Η Λιλίκα Ρούπακα έμαθε ότι στα Ποντιακά Λιλή σημαίνει πουλί και πετάει η υποψηφιότητά της για πρόεδρος της ΝΔ, πετάει στα άχρηστα.
  • Οι Κινέζοι ηγέτες όμως τους προλαβαίνουν όλους βλέποντας κίνδυνο στα εξωτερικά τους: «Αν συνεχιστεί αυτό στην Ελλάδα», δηλώνουν στον ΟΗΕ, «Πολύ φοβόμαστε ότι θ’ αναγκαστούμε να κλείσουμε τα σύνορά μας στον Πειραιά».
  • Γεμίζουν την αγορά φτηνά κινέζικα μακαρόνια και εβαπορέ για εξομάλυνση και αποτροπή της εισροής εκατομμυρίων ψηλών Ελλήνων στη Σαγκάη και τον Πειραιά, που συλλαμβάνονται κρυμμένοι κάτω από νταλίκες.
  • Η Ντόρα κάνει δώρο στα Σκόπια μια ντουλάπα αποκριάτικες στολές για να μην τ’ αναγνωρίζει κανείς επί Γιώργου.
  • Ο Προϋπολογισμός αυτοκτονεί πέφτοντας από τηλεοπτικό παράθυρο στον Ιλισό και τον πατάει ένα αγροτικό τζιπ Κολωνακίου.
  • Συλλέκτης κατοχικών χαρτονομισμάτων είναι ο μεγάλος νικητής στο τηλεπαιχνίδι, «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος».
  • «Η αγορά τραβάει την ανηφόρα», το νέο σουξέ του Καρβέλα, που ερμηνεύει ο παρανοϊκός οικοδόμος με το καδρόνι στο Αρασέμ-Ζετέμ.
  • Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα διαμαρτύρεται: «Μόνο τα επιτόκια ανεβαίνουν». Τα χρέη των Ελλήνων νοικοκυραίων σκούζουν:
-Κι εμείς τι κάνουμε;
-Κάντε το μαλάκα, συμβουλεύει ο πρώην υπουργός Κονομισιάς και Κονομημένων. 

Και τότε ξύπνησα.
-Τι να κάνω, γιατρέ μου; Μα, γιατί κρατάς το μπετόνι με το πετρέλαίο θέρμανσης;
-Για να σου φανεί πιο φτηνή η αμοιβή που θα σου ζητήσω.

Πληρώνω και παραμιλώ...

... μ' αυτή την προσφορά μου. Με χρέωσες και έχω βρει ο δόλιος την υγειά μου. (ή "Πληρώνω και παραμιλώ μ' αυτή τη σωτηρία, με χρέωσες και έχω βρει σκοπούλη -μικρό σκοπό- στην υγεία") Αυτά όμως δεν έχουν σχέση με το θέμα μας. Κάποιοι ηλίθιοι (που θεωρούν το κοινό τους ηλίθιο) μας πρήζουν ότι η λιτότητα στις χώρες της Ευρώπης θα κρατήσει μέχρι τις γερμανικές εκλογές. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο όμως οι Γερμανοί ψηφοφόροι, που ανησυχούν μην τυχόν μοιράζονται λεφτά από τις τσέπες τους, θα ήταν οι πρώτοι που θα το ήξεραν, άρα δεν στέκει ως τέχνασμα της Μέρκελ για να τσιμπήσει ψήφους. Η λιτότητα είναι λιτότητα, είναι επιταγή του νεοφιλελευθερισμού και όχι προεκλογικό παιχνίδι. Το γερμανικό εκλογικό σώμα δεν είναι τόσο «αγαθό» όσο το ελληνικό. Τσαντίστηκα με τους άλλους του μαφιόζους στην Πάτρα. Υπάρχει μαφία στην Πάτρα; Αυτά τα λένε οι Κασσάνδρες που προβλέπουν ότι η κυβέρνηση θα αποτύχει. Αν υπήρχε μαφία στην Πάτρα θα την είχε πιάσει η αστυνομία. Πιαστήκανε οι ΜΜΕδες από 5-6 δολοφονίες όμως που έγιναν συμπτωματικά σε μία βδομάδα και τα λένε τώρα για να καλύψουν το τρομερό έργο που κάνει η ανάπτυξη που ήρθε στην Ελλάδα με πολλές θυσίες από τους φτωχούς που μονίμως πληρώνουν τον λογαριασμός –όλα κερασμένα- γιατί είναι καλοί άνθρωποι. Το έργο είναι η εθνική οδός που δεν πρόλαβε να κάνει ο Λαλιώτης μετά τη γέφυρα Ρίου Αντιρρίου*, την εθνική οδό Κορίνθου Πατρών. Και η ευεργέτις του Έθνους του Μπόμπολα και των χορηγών των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 με το αριστοκρατικό όνομα-σιδηρόδρομο κ. Δασκαλάκη Αγγελοπούλου πρώην Παρθένη ξέχασε να του το πει. Τώρα ο ήρως Σαμαράς θεμελιώνει το έργο. Την εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών ανέλαβε η ΜΟΜΑ. Την Πατρών-Κορίνθου ο Μπόμπολας. Ευτυχώς που δεν θα έπαιρνε νέα μέτρα σε βάρος εργαζομένων-συνταξιούχων ο σωτήρας Σαμαράς , γιατί τότε το πολυνομοσχέδιο θα το λέγαμε τέταρτο μνημόνιο. Αν όμως ήταν μνημόνιο θα είχε πολλά άρθρα. Το πολυνομοσχέδιο όμως έχει μόνο ένα άρθρο. Αν ήταν ολιγονομοσχέδιο πόσα άρθρα θα είχε; 0,01; Αυτό που μου είπε ο γείτονας μήπως απευθυνόταν σε άλλον; «Μην αισθάνεσαι άσχημα», μου είπε, «… για κάτι που σκέφτηκες να κάνεις σε υπουργό. Εκείνος σκέφτηκε να σου κάνει κάτι χειρότερο». Δε θέλω να το σκέφτομαι, θα πάω να κλειστώ στον καναπέ μου. Η σημερινή τηλεοπτική πρόταση είναι «Κάψε -όχι μόνο- το σενάριο».

*Η γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου είναι έργο στη μέση του πουθενά. Ούτε πριν ούτε μετά έχει δρόμο για να φτάσεις εκεί. Λέγεται και «Χαρίλαος Τρικούπης», τιμητικά επειδή την ώρα των εγκαινίων τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ ήταν στη Χαριλάου Τρικούπη και από λύπηση, επειδή ο Χαρίλαος Τρικούπης ως πρωθυπουργός έργων είχε σχεδιάσει τη ζεύξη και για σιδηροδρομική γραμμή μέχρι τα Ιωάννινα, αλλά ο Λαλιώτης το ξέχασε έτσι η γέφυρα είναι μόνο για τον Μπόμπολα, δηλαδή μόνο για αυτοκίνητα.
       
Γιατί να μην είναι όλα άσπρο-μαύρο;

          Στη γλώσσα μας την ανηφόρα τη χρησιμοποιούμε για να  δείξουμε το μαρτύριο του Σίσυφου και όχι την όποια άνοδο. Η κατηφόρα στη γλώσσα μας δεν χαλαρώνει και δίνει ανάσες, αλλά  είναι καταστροφή. Ανόβερο υπάρχει αλλά στη Γερμανία. Γι’ αυτούς τους τυχερούς του αιώνα δεν υπάρχει Κατόβερο. Υπήρχε Άνω Βόλτα αλλά η κάτω βόλτα δεν ήταν χώρα, αλλά μαύρη μοίρα μας, χωρίς μάλιστα να υπάρχει άσπρη μοίρα, όπως και άσπρη ώρα. Μόνο μαύρη ώρα κι αυτά γιατί είμαστε με το ένα πόδι στον τάφο και όχι με το ένα χέρι στον τάφο που θα ήταν πιο ελαφρύ.          
          Από το Δημοτικό μαθαίνουμε ότι μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά ξεχνώντας ότι είναι γεμάτα χιόνι, ειδικά το χειμώνα, οι κορυφές τους δε όλο το χρόνο και η νύχτα τους είναι άσπρη. Υπάρχει στην αστροφυσική και στην οικονομία η μαύρη τρύπα που μας φοβίζει, αλλά δεν βλέπουμε φως, από πουθενά δεν ακούμε για άσπρη τρύπα. Για το μαύρο χάλι δεν μας πειράζει που δεν υπάρχει άσπρο, γιατί κι αυτό χάλι θα ήταν.
Στην Αττική στο Σαρωνικό υπάρχει το πανάκριβο Μαύρο Λιθάρι, αλλά πουθενά ένα Άσπρο Λιθάρι μπας και βολευτούμε κι εμείς οι φτωχοί. Μαύρη πέτρα πίσω μου λέω θα ρίξω για να μην ξαναγυρίσω σε μέρος όπου υποφέρω. Γιατί δε μας διευκολύνουν με μια άσπρη πέτρα που θα ρίξουμε πίσω μας για να μην ξαναβρεθούμε στην κόλαση; Ξέρουν ότι είναι σχεδόν αδύνατον να βρούμε μαύρη πέτρα; Άρα θα ζούμε με το φόβο ότι θα ξαναπέσουμε στον ίδιο λάκκο. Δεν είμαστε άδικοι όμως, υπάρχει άσπρη πέτρα. Όμως και να τη βρούμε δε μπορούμε να τη ρίξουμε πίσω, δε μπορούμε καν να την αξιοποιήσουμε καν, ούτε να την ξεστομίσουμε, γιατί είμαστε αναγκασμένοι να την συνοδεύουμε με το «…ξέξασπρη κι απ’ τον Ήλιο ξεξασπρώτερη». Φρίκη.
Άλλη αδικία είναι ότι όταν δεν ακολουθούμε το ρεύμα μας αποκαλούν μαύρο πρόβατο. Όταν ακολουθούμε το ρεύμα όμως κανείς δε μας επαινεί χαρακτηρίζοντάς μας ως άσπρο πρόβατο. Αποφεύγουμε να περάσει από μπροστά μας μαύρη γάτα για να μην μας γρουσουζέψει. Όταν βλέπουμε όμως άσπρη γάτα δεν πηγαίνει το μυαλό μας να την αποφύγουμε, έτσι, σε περίπτωση που λίγο αργότερα άμα συμβεί κάτι δυσάρεστο δεν πηγαίνει στο μυαλό μας ότι είχε περάσει από μπροστά μας άσπρη γάτα, άρα άμα είναι γρουσούζα δεν πάει το μυαλό μας να την αποφύγουμε. Αδικία. Μαύρο φίδι που σ’ έφαγε, λες και άμα σε φάει άσπρο φίδι θα πανηγυρίζεις.
Υπάρχει μαύρη εργασία όταν (μάνα) δε μου κολλούν ένσημα. Όταν μου κολλάνε ένσημα όμως γιατί δε λέω ότι κάνω άσπρη εργασία; Κάποιοι κάνουν λευκή απεργία και παριστάνουν πως εργάζονται. Όταν κάνουν μαύρη εργασία παριστάνουν πως απεργούν;
Το εμπόριο λευκής σαρκός είναι η εκπόρνευση, αλλά υπάρχουν και κορίτσια και αγόρια της δουλειάς της μαύρης φυλής. Υπάρχει εμπόριο μαύρης σαρκός; Είναι τα ναρκωτικά; Τα πουλάνε δηλαδή μαύροι; Όσοι γάμοι δεν είναι λευκοί είναι μαύροι; Πες το ψέματα. Αν δεν κάνεις λευκό γάμο είσαι αναγκασμένος (-η) να ικανοποιείς σεξουαλικά το έτερον ήμισυ.  
Έκφραση ξεκίνησε από την πυγμαχία, όταν ο προπονητής «ρίχνει λευκή πετσέτα στο πάτωμα»,  παραδίδεται στον αντίπαλο. Αν ρίξει μαύρη πετσέτα;
Με προβληματίζει που από μικρό παιδί ακούω για κάποια μαύρη χήρα. Δεν υπάρχει λευκή χήρα; Λέμε αυτός έχει τις  μαύρες του όταν είναι στενοχωρημένος, απογοητευμένος κλπ. όταν είναι ευτυχής, χαρούμενος, αισιόδοξος δε λέμε έχει τις άσπρες του. Μας έχουν γραμμένους στα μαύρα κατάστιχα. Άσπρα κατάστιχα δεν υπάρχουν, αλλά δεν παραπονιέμαι γιατί αν μ’ έχουν γραμμένο εκεί πάλι γραμμένο θα μ’ έχουν.
Μαύρο χρήμα, μαύρα ταμεία. Ο μαύρος χρυσός και τα μελανά χρώματα έχουν αγαπημένο χρώμα το χρυσό. Χρυσό θέλει το πετρέλαιο και χρυσά γράμματα ονειρεύονται τα μελανά χρώματα με τα οποία είναι κάτι γραμμένο στην ιστορία.
Ένα ερώτημα μόνο: Γιατί λέμε «μαύρα κοράκια» και μαύροι πάνθηρες αφού δεν κυκλοφορούν σε άλλα χρώματα, με εξαίρεση ίσως τον ροζ πάνθηρα που δεν κυκλοφορεί γιατί είναι διαμάντι και κινούμενο σχέδιο;
         
  Αγαπάτε υπαλλήλους

            «Ανεργία πείνας» ή «Ανεργία διαρκείας» θαρρώ πως είδα γραμμένο στον απέναντι τοίχο, αλλά αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορία μας, εκτός αν κάνω λάθος.
Ο Κουβέλης το είπε καθαρά από την ανοιχτή τηλεόραση του καφενείου που άφηνα μετά από έναν πικρό καφέ με δέκα κουταλιές ζάχαρη αλλά υπερύψηλη τιμή: «Αν απολύσουμε δημοσίους υπαλλήλους θα την πληρώσει το δικό μας κόμμα, η αγορά και η κοινωνία, αλλά δεν θα τους πληρώσει κανείς».
 Εγώ αισιοδοξώ. Κανένα μνημόνιο δεν είναι χειρότερο από το επόμενό του. Εντάξει, την έκπτωση στο χαράτσι της ΔΕΗ την εξουδετερώνει η αύξηση της αντικειμενικής αξίας ακινήτων, αλλά μόνο στις φτωχές συνοικίες».
Ο περιπτεράς μαζί με τα ρέστα από το τάλιρο για την εφημερίδα συνοδό του καφέ, μου είχε δώσει σύνθημα εθνικής ανάτασης, όπως ήταν χωρίς τη σκληρή συνέχειά του: «Η εθνική μας ανεξαρτησία δεν παζαρεύεται…» Νόμιζα ότι τέλειωσε ή έτσι φρόντισε εκείνος να νομίσω, τον ευχαρίστησα και τα ρέστα και για την εφημερίδα και για την εθνική ατάκα. Αφού είχα γυρίσει την πλάτη μου σφύριξε την ύπουλη «σφαίρα» πίσω και κάτω από τα γρήγορα βήματά μου; «…δεν παζαρεύεται καν από τους άχρηστους που έχουμε στην κυβέρνηση. Έτσι δεν είμαστε πουλημένοι γιατί κανείς δε μας αγοράζει. Δινόμαστε τσάμπα για να μη μας πουν πουλημένους».  
Ευτυχώς είχα προλάβει ν’ απομακρυνθώ για να μην ακούω άλλα και χώθηκα στο καφενείο που τώρα απομακρυνόταν από την πλάτη μου.
Εκνευρίζομαι όταν ακούω πράγματα αντίθετα με τις απόψεις μου με τα οποία όμως συμφωνώ. Όταν μπορώ να τα αφήσω να πέσουν κάτω τα κρύβω κάτω από το χαλί. Και δεν μπορώ να το καταφέρω αυτό σχεδόν ποτέ. Έτσι, σε περιπτώσεις  που πιάνομαι ανάποδος Κουβέλης στην κυβέρνηση, να διαφωνώ δηλαδή μετά την υπερψήφιση μέτρου και όχι πριν, τότε το ρίχνω στα εξωτερικά κακά όπως κάνουν και τα κανάλια για να δείξουν έμμεσα ότι εμείς περνάμε καλά αφού σε άλλες χώρες γίνεται της καταστροφής. Αυτό που πάραυτα ξεστόμισα όμως για βοήθεια στο εαυτό μου ήταν χειρότερο και από τη βοήθεια της Τρόικας. Μας γύρισε κι εμένα και τον εαυτό μου πίσω στα δικά μας μέσω Άπω Ανατολής: «Στην Κορέα γίνεται της Χαλκιδικής», είχα ψελλίσει αγριεμένος που συμφωνούσα και με τον κακό εαυτό μου. «Δεν πειράζει…»,  ανταπάντησα από τη θέση του ηττημένου, «…Κάποτε θα πούμε, οι Γερμανοί ξανάφυγαν».
            «Ναι, το τέλος της τουριστικής περιόδου», μου πέταξε ο κακός μου εαυτός ή κάποιος τρίτος που με άκουσε να μονολογώ. Τότε για να ανέβω κατηγορία από άποψη διάθεσης συνόδεψα μέσα μου την Κατερίνα Στανίση στον ύμνο, «Σ’ έχω κάνει Θεό». Για ένα δευτερόλεπτο, όπως η πρέζα τον πρεζάκια, με ανακούφισε, αλλά μου ήρθε με παρελκόμενο, όπως γίνεται -ή γινόταν δεν έχει σημασία-  με τις κόκα-κόλες στο σκυλάδικο τη διαφήμιση του Τζάμπο, με την αγαπημένη μου τραγουδίστρια κάτι που συνειρμικά μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι γίναμε ξανά λάιφ στάιλ. Σύμφωνα με το τελευταίο σουξέ της Στανίση έστω διαφημιστικό, ακόμα και οι λαμπάδες του Πάσχα είναι «επώνυμες» επειδή τις φτιάχνουν στυλίστες.
            Με αυτό το απολίτικο παιχνίδι σκέψης, σαν πολιτικό τραγούδι με τον Πασχάλη Αρβανιτίδη το 1975, κόντευα να γλυτώσω από τα βάσανα της σκέψης, όταν ένας παλιός άσπονδος ή ασπόνδυλος φίλος-σουπιά που με είδε τυχαία στο δρόμο, την τη στιγμή που δεν έπρεπε, μου ζήτησε φωτιά. Μες στη βραχνή (υπ)αλληλοχαιρετούρα και την έκπληξη τού απολογήθηκα
«Πώς έκοψες, ρε θηρίο, το κάπνισμα και δεν το ξαναρχίζεις εδώ και δύο χρόνια;» μου πέταξε η σουπιά, σίγουρος ότι θα τα κάνω θάλασσα στην απάντηση και θα γίνω ρεζίλι. Δυστυχώς ήμουν αναγκασμένος ν’ απαντήσω με τη μούρη μου να τρώει χώμα:
«Κατάλαβα ότι το σεξ είναι απαραίτητο πριν από ένα τσιγάρο». Έφυγα αμέσως όχι για να μην προλάβει να καταλάβει τι εννοούσα, ακόμα το ψάχνει γιατί δεν τον ενδιαφέρει να το βρει, αφού ακόμα ακούω τα ξεκαρδιστικά γέλια του να μου ρίχνουν αλλεπάλληλα εγκεφαλικά. Είχα φύγει βιαστικά για ν' αποφύγω την αλήθεια που μου έκανε κι αυτή «τσα» μετά από ένα δήθεν τυχαίο γεγονός. 
Ήταν η ώρα που κουβαλήθηκε και στάθηκε απέναντί μου μία αφίσα του κόμματος με τις πολλές επιχειρήσεις και τους μισοπιωμένους εργαζόμενους. Λες και δεν το ήξερα αυτό που μου ψιθύρισε από μέσα μου: «Οι δανειστές του ΚΚΕ σκέφτονται ν’ αποσύρουν την Παπαρήγα από την κυκλοφορία γιατί δεν την θεωρούν πια ικανή να κόβει ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ».


Ελλάς βήμα σημειωτέον

     Είναι άξιο λόγου το πώς τα καταφέρνουμε να ξεκινάμε συνεχώς να προχωράμε ακάθεκτοι και να μένουμε πάντα στο ίδιο σημείο. Η Ελλάς με βήμα σημειωτέον. Ο Μέργος έφυγε, η περεταίρω μείωση του κατώτατου μισθού αναμένεται. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι ο Κουβέλης έβαλε κόκκινη γραμμή και στις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, προφανώς για να θυμηθεί να διαφωνήσει με αυτό την ώρα που θα το δέχεται. 
     Είπα να μην είμαι αμνήμων. Σήμερα θα ευχαριστήσω άλλον έναν πρώην πρωθυπουργό. Ευχαριστούμε, κύριε Σημίτη για το ευρώ σου μέσα, το κέρατό σου το τράγιο. Μην ξεχάσω ν' ανάψω ένα κερί στο μπόι του μην ξοδευόμαστε. 
     Τι κάνω όμως; Γιατί βρίσκομαι αραχτός σε καναπέ αναμονής τραπεζικής αιθούσης κοινού; Παλιά φοβόμουν να μείνω σπίτι μου μη με ληστεύσουν. Φοβόμουν και να βγω απ' το σπίτι μου μην το κλέψουν. Φοβόμουν και να περπατήσω στο δρόμο επίσης για να μη με ληστεύσουν. Τώρα αναρωτιέμαι: Μου αφαιρούν χρήματα από το 2009. Γίνεται αυτό με χρήση βίας ή πρόκειται για απλή κλοπή; Πάντως είναι κατά συρροή. 
     Νοσταλγώ τα παλιά πονηρά χρόνια. Τουλάχιστον τότε οι ληστές του πεζοδρομίου μας έλεγαν «Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου». Οι ευρωφιλελεύθεροι τώρα μας λένε «Και τα λεφτά σου και τη ζωή σου». Ό,τι και ν’ απαντήσουμε στους ληστές του πεζοδρομίου,  «Τη ζωή μου», «Τα λεφτά μου» ή «Δεν ξέρω, δεν απαντώ» μας έπαιρναν τα λεφτά. Οι ευρωφιλελεύθεροι δεν μας δίνουν τη δυνατότητα ν’ απαντήσουμε τίποτα. Έτσι κι αλλιώς μας παίρνουν τη ζωή μας. Γι' αυτό δε μπορώ να πω πια "Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;"  Ναι, δεν έχουμε πια καθεστώς ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια κυβερνών κόμμα είναι κυβερνητικό. Δεν κυβερνά, μόνο διορίζει σε συμβούλια και επιτροπές.


Και η νερουλού τον άντρα της με τους πραματευτάδες
       Μιλάμε για ιδιωτικοποιήσεις γι’ αυτό σηκώνει νερό η κουβέντα. Κάποιοι δεν ρίχνουν νερό στο κρασί τους και διαφωνούν με την πώληση των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε ιδιώτες. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έβαλε το νερό στ' αυλάκι, ψαρεύει σε θολά νερά, δίνει γη και ύδωρ σε όποιον λέει πως θα επενδύσει στην Ελλάδα, οι πραγματικοί επενδυτές όμως λόγω γραφειοκρατίας φτάνουν στη βρύση και νερό δεν πίνουν. Όχι πως είναι ιδιαίτερα κουβαρντάδες. Ο τελευταίος δεν δίνει του αγγέλου του νερό, άλλος είναι του γλυκού νερού.
      Ο αρμόδιος υπουργός μιλάει για ένα δισεκατομμύριο έσοδο μέσα στο νερό. Δεν γίνεται πιστευτός όμως γιατί το λέει συνέχεια χωρίς παραλλαγές λες και το έμαθε νεράκι. Κάνει νερά  και η τελευταία προσέγγιση επενδυτών και η βάρκα μπάζει νερά.
      Εμείς ως λαός δεν ξέρουμε τι σημαίνει να πωλείται το νερό της βρύσης και μάλιστα ακριβά. Δεν ξέρουμε πόσο αυτό βοηθάει την οικονομία της χώρας μας. Χάσαμε τα νερά μας, είμαστε έξω από τα νερά μας. Γιατί να πληρώνουμε το νερό ακριβά; Σπάνιο είναι; Η Ελλάδα κι από την πέτρα βγάζει νερό. 
      Η κυβέρνηση θέλει να τα πάει ίσα βάρκα ίσα νερά, αλλά η εικόνα που δίνει για την αξιοπιστία της χώρας μας είναι διαφορετική και θολώνει τα νερά. «Έλα», λέμε στον επενδυτή και μετά του πετάμε ένα  «κι εγώ θα κουβαλώ στο γάμο σου νερό με το κόσκινο». Έτσι η κυβέρνηση πνίγεται σε μια κουταλιά νερό και κάνει μια τρύπα στο νερό. Τη μια βγάζει νερό με το καλάθι, την άλλη κοπανίζει το νερό μέσα στο γουδί. Ο Σαμαράς εξακολουθεί να πίνει νερό στ’ όνομά του εμίρη του Κατάρ. Ο Κουβέλης διαφωνεί αλλά ψηφίζει την ιδιωτικοποίηση ΕΥΔΑΠ-ΕΥΑΘ. Ρίχνει νερό στο μύλο της αντίδρασης. ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ήταν σαν τα κρύα τα νερά, αλλά οι τρεις κυβερνητικοί αρχηγοί μάλλον ήπιαν το νερό της λησμονιάς. Ο Καραμανλής ήπιε το αμίλητο νερό. Η Μέρκελ κυβερνά την Ευρώπη και η ελληνική κυβέρνηση πηγαίνει με τα νερά της, ειδικά ο Σαμαράς γιατί το αίμα νερό δε γίνεται. «Ότι λέγαμε προεκλογικά νερό κι αλάτι». Η ανάπτυξη σαπίζει στα λιμνάζοντα ύδατα της οικονομίας καμία επενδυτική κίνηση δεν φαίνεται να ταράζει τα νερά.
       Ο αγρότης χλευάζει την κυβέρνηση που θέλει να ματαιώσει τα μπλόκα στις εθνικές οδούς: «Θα μου κόψεις το νερό να μην ποτίσω τα λάχανα;» Ο αρμόδιος υπουργός Αγροτικής ανάπτυξης δε μπορεί να φέρει τους αγρότες με τα νερά του. Ο Στουρνάρας δεν τους δίνει ούτε ένα ποτήρι νερό.
       Εγκυμονούνται κίνδυνοι με την ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών κι έσπασαν τα νερά. Μόλις άκουσα ότι θα πουλήσουν και την ΕΥΔΑΠ τρόμαξα. Έγινε το αίμα μου νερό. Έτσι και ιδιωτικοποιηθεί η παροχή νερού θα αυξηθεί η τιμή και θα μειωθεί η ποιότητα. Θα μας πηδήξουνε. Η ύδρευση δε θα δοθεί σε ιδιώτες, αλλά σε πηδιώτες. Με ιδιωτική ύδρευση θα πούμε το νερό νεράκι. Αμάν πια! Πάνε να βγάλουνε από τη μύγα ύδωρ. Το πράγμα σηκώνει νερό γιατί δεν έπεσε η ζάχαρη στο νερό να μετρήσει τα νερά. Ήρθε το βόδι απ' το νερό επειδή περνάει το νερό κάτω από την ψάθα. Δεν στάζει νερό από τα χέρια του… Συγνώμη, πρέπει να διακόψω, πάω προς νερού μου.


Νόστιμο συκωτάκι για τον Οδυσσέα γύρνα τη σούβλα
     Ο Οδυσσέας γύρισε κατά λάθος στο σπίτι του, λες και τον είχε καταραστεί η Νικολούλη. Δεν ήθελε ο άνθρωπος να βουλιάξει ξανά στη συζυγική μονοτονία. Του άρεσε πιο πολύ να γυρνάει παρά να φτάσει στην Ιθάκη, όπως πολύ σωστά επεσήμανε και ο Καβάφης. 
     Μια μέρα ο πανούργος Οδυσσέας έγινε μάρτυρας ότι το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. Κάπου στη Μεσόγειο λιγουρεύτηκε ψητά συκωτάκια που του μύρισαν από κάποια ακροθαλασσιά. Τότε εμφανίστηκε η Αθηνά και τον ρώτησε τι επιθυμεί περισσότερο και θα του το δώσει. Ο Οδυσσέας φυσικά δεν είχε ανάγκη τίποτα, αλλά τα συκωτάκια του είχαν σπάσει τα ρουθούνια και έκανε το λάθος και καλά να πάθει. Είπε «νόστιμον ήπαρ», δηλαδή «νόστιμο συκώτι». Την ώρα που πήγαινε η Αθηνά του δώσει συκωτάκι ορμάει ο πανταχού ακούων Όμηρος, που ως γνωστόν ήταν λογοκλόπος, αλλά επειδή ήταν τυφλός έπρεπε να γυρνά ν’ ακούει και να γράφει, αφού τότε δεν υπήρχαν κασετόφωνα και πολύ περισσότερο mp3. Εκτός από τυφλός όμως ο Όμηρος ήταν και θεόκουφος, δεν άκουγε καλά δηλαδή κοντά σε θεό ή θεά. Τότε αντί για τα συκωτάκια πέταξε βουταρία στους ραψωδούς της εποχής το στίχο του χωρίς νόστιμο ήπαρ, αλλά με «νόστιμον ήμαρ», τη μέρα της επιστροφής. Εκεί κόλλησε η Αθηνά, προτίμησε το ποιητικό «Go home», από τα λαϊκατζίδικα συκωτάκια. Έτσι, τον μάγκα τον καραμπουζουξή, (έπαιζε μπουζούκι ο μαύρος, αφού ήταν ρεμπέτης, γύρναγε δηλαδή από δω κι από κει) τον Οδυσσέα από κοσμοπολίτη τον έκανε πακέτο και τον κουβάλησε πίσω στην Ιθάκη, στην Πηνελόπη και τους ανεμιστήρες της που ευτυχώς εκείνη τους δούλευε κανονικά. 
     Συμπέρασμα: Ο Οδυσσέας γλύτωσε μεν τον καλλιτεχνικό διασυρμό του κερατωμένου, (Μενέλαος, Αγαμέμνων, Ισοβίτης του Αρκά κ.ά) επέστρεψε όμως σε μία σύζυγο η οποία είχε 20 χρόνια να υποδεχτεί το απαυτό κάποιου που του κάνει κούκου. Τέτοιες γυναίκες δεν είναι απλώς πουτσοπνίχτρες, αλλά σωστοί αποχυμωτές. Ως εκ τούτου (και εκ κούκου) τον ξεζούμισε και τον πέταξε σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Γι’ αυτό δεν ακούστηκε ποτέ τίποτα για τον Οδυσσέα μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα γιατί ζούμε ακόμα.


Διαλεγμένες ηλεκτρικές συσκευές 

     Δεν έπρεπε να δω το πρώτο θεατρικό έργο του Γιώργου Διαλεγμένου «Χάσαμε τη θεία στοπ». Δεν με στενοχώρησε τόσο για τη θεία που στο κάτω-κάτω αυτή χάθηκε πλήρης ημερών και ιδεών. Με ανησύχησε η μαμά του έργου που πλήρωνε τους δοσατζήδες με το κορμί της. Ο μπαμπάς στην πολυθρόνα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από την εφημερίδα της πρότεινε να «δοκιμάσει» και τον άλλο δοσατζή που πήγε στη γειτόνισσα και της έδωσε μια τοστιέρα ή κάτι άλλο, δε θυμάμαι, ίσως γιατί δε θέλω. 
     Προτιμώ τον Διαλεγμένο που είδα να παίζει τον μικρό ρόλο ενός αστυνομικού της ασφαλείας στη Ρόδο στην ταινία «Το Δόλωμα» με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Τι σχέση έχουν αυτά όμως με τον δοσατζή; Όχι πως το 1948 η δημοκρατική πια Ιταλία παρέδιδε «την Δωδεκάνησον» στην Ελλάδα με δόσεις. Ούτε που τη μαγευτική Ρόδο τη γνώρισαν οι Έλληνες του 50 με δόσεις από τις ελληνικές ταινίες παραγωγών που είδαν σ’ αυτό το νησί ένα ιδανικό σκηνικό για «τουριστικές» ταινίες, χαμηλών κινηματογραφικών προσόντων τις οποίες όμως ακόμα βλέπουμε στην τηλεόραση με αγωνία λες και δεν τις παρακολουθήσαμε άλλες 10 φορές. 
     Από την Πέμπτη και την Έκτη Δημοτικού και μετά άρχισα να λέω και ενδόμυχα να πιστεύω ότι όλες οι γυναίκες είναι ελευθερίων ηθών εκτός φυσικά από τη μητέρα μου ή τη μητέρα κάποιου συμμαθητή μου που ήταν αυτήκοος μάρτυρας του παράπονου της ανέραστης ανυπομονησίας μου «Όλες οι γυναίκες είναι π…άνες». Με τσάκισε ο Διαλεγμένος. Κάθε που βλέπω ηλεκτρική συσκευή στο σπίτι μου αρχίσω ν’ αμφιβάλω για την ηθική αρτιότητα της μητέρας μου. Επειδή όμως αυτό δύσκολα βγαίνει από το ασυνείδητο ή το υποσυνείδητο -τα μπερδεύω αυτά επειδή με μπερδεύουν- στο συνειδητό. Όλα τα πιθανά κρίματα της μητέρας μου τα ρίχνω στην ανύποπτη σύζυγό μου και αργότερα ίσως στην κόρη μου. 
     Προχθές την ώρα που σκεφτόμουν αν ήθελε φίλτρο το κλιματιστικό μου θυμήθηκα τον ιδιοκτήτη του καταστήματος που προσωπικά μας εξυπηρέτησε και μας προσέφερε αθόρυβο σύστημα με χαμηλή κατανάλωση ρεύματος, το ινβέρτερ και δεν ξέρω τι άλλο. Αυτός ο «ηλεκτρικός» καταστηματάρχης όταν εξέθετε στη σύζυγό μου και την καλή μηνιαία διευκόλυνση μου θύμισε τον δοσατζή του ’68 και του πρώτου ηλεκτρικού ψυγείου της οικογενείας μας, τον κύριο Ιορδάνη. Ακόμα τον θυμάμαι να περιμένει το 50ρικο σε δραχμές από τη μαμά μου καθισμένος στην κούνια της αυλής να ρωτάει τον αδερφό μου πώς τον λένε. Εκείνος δεν απάντησε ευθέως γιατί ακόμα δεν ήξερε. Αργήσαμε να τον βαφτίσουμε γιατί μπαμπάς και μαμά διαφωνούσαν από ποιανού το σόι θα κλέψουν το όνομα να το δώσουν στον δεύτερο γιο τους, λες και δε μπορούσαν να το παίξουν κορώνα-γράμματα ή να κλέψουν όνομα από αλλού, από ειδικό λεξικό όπως κάνουν οι Αμερικάνοι που δεν έχουν ελληνική καταγωγή.
     Όμως αυτός ο συμπαθέστατος κύριος που μας πούλησε το κλιματιστικό γιατί μας το έδωσε σε τόσο καλή τιμή; Γιατί απευθυνόταν μόνο στη σύζυγό μου και όχι σε μένα; Επειδή με είδε που όντως βαριόμουνα ή επειδή τον γοήτευε η γυναίκα μου. Και γιατί εκείνη δε ρωτούσε εμένα, αλλά εκείνον; Η ποιότητα του κλιματιστικού και της τιμής του είναι τόσο καλές που με κάνουν να υποπτεύομαι άλλου είδους σχέση πελάτισσας-πωλητή. 
     Είναι κι ένα μίξερ φοβερό που ακόμα παίζει στην κουζίνα μας σαν καινούργιο. Ήταν δώρο του γάμου μας «κάποιου» από το σόι της γυναίκας μου. Γιατί όμως η κυρία δεν «θυμόταν» ποιος ήταν ο δωρητής; Εγώ ο φτωχός ρώτησα επειδή μου φάνηκε ακριβό και σίγουρα το είχε αγοράσει με δόσεις.       Και σίγουρα επίσης θα ήταν στενός συγγενής. Τότε όμως θα τον θυμόταν η κυρία. Άρα; Αν μάλιστα μάθω ότι ο άγνωστος το πήρε μετρητοίς, έσκασε ένα κάρο λεφτά «κάποιος» που δεν «θυμάται» το όνομά του, τότε…. Γιατί της έκανε τέτοια χάρη; Και λέω «της» γιατί είναι από το δικό της σόι. Αυτό το εκμαίευσα άνετα. Θα το μάθω το όνομα και τότε θα δει κι αυτή!... 
     «Ρε Μήτσο», μου πέταξε ο παλιός συμμαθητής μου ο Μάκης που για όλους έχει έναν καλό λόγο να πει και καλά να πάθει. «Γιατί αυτός ο γνωστός σου, που λες ότι αμφιβάλει για τη γυναίκα του, δεν σκέφτεται ότι τη χάρη μπορεί να την έκανε το κατάστημα; Δεν είναι όλοι κλέφτες, υπάρχουν και καλές τιμές. Παίξε». 
     Από εκείνη τη ζαριά και μετά άρχισα να υποπτεύομαι τον φούρνο μικροκυμάτων που μας χάρισε ο Μάκης όταν, μας επισκέφτηκε, κουστουμάτος παρακαλώ, στο καινούργιο μας σπίτι. Πώς ήξερε ότι τον χρειαζόμασταν τον φούρνο; Και γιατί οι διαστάσεις του ταίριαζαν στη θέση υποδοχής του; Η γυναίκα μου του το είπε. Γιατί όμως δεν μου το αποκαλύπτουν; Μην πω για την τηλεόραση, τη χάι ντεφινίσιον, την πλάσματος!... «Τι πλάσμα είναι αυτό» είχε πει ο Ιορδάνης, εγγονός του δοσατζή της μαμάς, αυτός που κληρονόμησε το μαγαζί που δεν είχα δει ποτέ μου. Το είπε στον συνεταίρο του για μια νεαρά κυρία που πλησίαζε να μπει στο κατάστημα. Ήταν γυναίκα μου και την τηλεόραση την πήραμε ευκαιρία. Ήταν ευκαιρία για ποιον όμως; Για τη γυναίκα μου ή για το Ιορδάνη με το όνομα του δοσατζή της μαμάς; Σίγουρα πάντως δεν ήταν ευκαιρία για μένα ούτε για; τον Παναθηναϊκό που έχασε και από τον Άρη. Ωραία δείχνει τους αγώνες, αλλά δεν κερδίζουμε, ρε παιδί μου!.... 
     «Παίξε επιτέλους», μου είπε ο Μάκης και το έχασα διπλό. Η τοστιέρα της γειτόνισσας του Διαλεγμένου έφταιγε. Μου τράβηξε την προσοχή και δεν είδα ότι έτσι που είχα παίξει στην προηγούμενη ζαριά δεν είχα άσσους και μου έπιασε τη μάνα. Και όχι με δόσεις. Τότε δικαιολογημένα διαμαρτυρήθηκα για την αδικαιολόγητη τύχη του. 
     «Ποιος της πούλησε την ηλεκτρική σκούπα, ρε γαμώτο;» 
     «Ποιανής;» 
     «Ποιος ήρθε;» 
     «Ο λογαριασμός. Εσύ πληρώνεις». Καλά να πάθω.
ΔΤ

Μπλέξανε τις βούρτσες με τις Βρούτσες
Παραξενεύτηκα βλέποντας τη μεσόκοπη και αυστηρά ντυμένη κυρία δίπλα μου να σταυροκοπιέται. Δεν περνάμε από εκκλησία, όπως αυτόματα διαπίστωσα ατενίζοντας με γρήγορο βλέμμα τριγύρω και έξω, αλλά το περίπτερο με το απλωμένο σεντόνι εφημερίδες φώναζε:  «Διαψεύδει ότι θα παραιτηθεί τα μεσάνυχτα της 28ης Φεβρουαρίου ο Θεός. Ο εκπρόσωπός του πάπας Βενέδικτος δεν παραιτείται κατ’ εικόνα και ομοίωσίν Του». Ο πάπας είπε ότι φεύγει για το καλό της εκκλησίας. Γιατί αυτό μου θυμίζει τον επίτροπο; Για το καλό του ποιμνίου καλό είναι να παραιτηθεί και ν’ αφήσει το παγκάρι στην ησυχία του. Ο λαός παρακαλάει να παραιτηθεί ο φερόμενος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας Αντώνης Μητσοτάκης. Οι Ιταλοί χειροκρότησαν τον πάπα που δήλωσε παραίτηση. Τον χειροκρότησαν για το θάρρος του. Οι Έλληνες θα χειροκροτήσουν τον Αντώνη Μητσοτάκη σε περίπτωση παραίτησής του. Θα τον χειροκροτήσουν ευχαριστώντας τον για τη χάρη που τους έκανε. Τότε θα σταυροκοπηθώ κι εγώ.

Τιμώ την κοινωνία μου μέσα
Επιτέλους ξεπεράστηκε το πρόβλημα με τους αγρότες. Δεν λύθηκε επειδή η λύση είναι πιο ακριβή από το πρόβλημα. Ο αρμόδιος υπουργός έδωσε στους αγρότες επιδότηση να τρώνε το πράσινο σκουλήκι. Ο Βενιζέλος δεν διαμαρτυρήθηκε. Λένε, κινδυνεύουμε να φάμε αλογίσιο κρέας. Σ’ εμάς το λένε που βρισκόμαστε σε περίοδο κατοχής και ήδη ξεκινήσαμε να τρώμε ό,τι κολυμπάει, πετάει, περπατάει ή σέρνεται. Άραγε γιατί στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας αν τύχει και δεις αδέσποτο σκυλί δεν υπάρχει περίπτωση να το ξαναδείς; Πάντως η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα πηγαίνει καλά. Έχουμε και την πίτα μη ολόκληρη και τον σκύλο μη χορτάτο. Σε λίγο δε θα βρίσκουμε σκύλους, άρα δεν τίθεται θέμα. Δεν απογοητεύομαι όμως, παραμένω απελπιστικά αισιόδοξος: Πρωτογενές πλεόνασμα θα έχω αν αυξήσω τα έσοδά μου και περιορίσω τα ψώνια και τις εξόδους μου. Αν ρίξω τα έσοδά μου στον πάτο και συνεχίζω να ψωνίζω και να βγαίνω έξω τσαμπατζής, τότε μου περισσεύουν χρήματα, αλλά δεν είναι πρωτογενές πλεόνασμα, είναι ποσόν από κλοπιμαία. Δεν έχει σημασία όμως, γιατί η Ελλάδα θα συνεχίσει να ζει με δανεικά. Είμαστε μάγκες σ’ αυτά, μάλλον όμως μας πήραν στο ψιλό και χοντραίνει το πράμα. Μας δίνουν χρήματα σε ευρώ και μας τα ζητάνε πολλαπλασιασμένα επί 340,75, σαν να πληρώναμε δηλαδή σε δραχμές. Κατάλαβα το υπονοούμενο. Πάντως για τον Πρετεντέρη οι νεαροί τρομοκράτες πήραν το καλάσνικοφ στο χέρι επειδή το είδαν στην τηλεόραση. Θα βγω κι εγώ στην τηλεόραση και θα πω με ύφος 40 καρδιναλίων, «Εγώ θα ψηφίσω την Πάπισσα Ιωάννα».

Οι λίστες με τα μαύρα λεφτά
Σκέφτομαι να ονομάσω το σημερινό ρεπορτάζ: «Οι ληστές με τα μαύρα και οι λίστες με τα μαύρα λεφτά». Μου αρέσει πολύ όμως αυτός ο τίτλος και δεν έχω σκοπό να τον χαρίσω τσάμπα και βερεσέ. Γι΄' αυτό τον κούρεψα. Αυτό σκεπτόμουν όταν έκλεινα το ραδιόφωνο που έσκουζε μην τυχόν και δεν προλάβει να μου φορμάρει την είδηση: «Ούτε σήμερα προβλέπεται να εισπράξει η εφορία έστω 1 € από ένα έστω άτομο το όνομα του οποίου βρίσκεται στη λίστα Λαγκάρντ».

Βγήκα από το αυτοκίνητο και το άφησα ξεκλείδωτο με τα κλειδιά στον διακόπτη μήπως βρεθεί κάνας καλός χριστιανός και μου το κλέψει γιατί εμένα δε μου κάνει καρδιά να το αποσύρω. Από απέναντί μου με χτύπησε στο κούτελο η ταμπέλα η χαϊδεμένη από την ελληνική σημαία: «ΔΟΥ Κάτω Φουρνέλων». Στον τοίχο δίπλα στην είσοδο δεσπόζει σύνθημα: «Ο φόρος είναι χαράτσι του εργάτη».

Στο εσωτερικό, πίσω από το γκισέ της ΔΟΥ η υπάλληλος ερωτά: «Πώς θα πληρώσετε τα νέα χαράτσια; Με μετρητά; Με κάρτα; Με βρισιές; Με ζόρι;» Ο φορολογούμενος δεν χρειάστηκε ν' απαντήσει. Ένας θαμώνας τη εφορίας της γειτονιάς που συχνάζει εκεί επειδή δεν έχει βάλει πετρέλαιο και το σπίτι του είναι Σιβηρία, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει φωναχτά την χθεσινή εφημερίδα που είχαν τοποθετήσει κάποιοι υπάλληλοι για να φράξουν τον αέρα που έμπαινε από το σπασμένο τζάμι του Πλούταρχου: «Άγνωστοι πέταξαν λογαριασμούς της ΔΕΗ σε είσοδο πολυκατοικίας κι εξαφανίστηκαν».

Βγαίνοντας από την πόρτα για να φύγω άκουσα έναν που -όπως έμαθα αργότερα- έκλεινε δυο μήνες στην αναμονή για διακανονισμό χρεών. Μιλούσε στη γυναίκα του που θα ερχόταν να τον αντικαταστήσει στην ουρά μετά από μία ώρα, αλλά εκείνος δεν κρατιόταν και της τα έλεγε στα κουφά για κάτι που είχε δει στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ: «Αν είναι να πωληθεί τόσο φτηνά ο ΟΠΑΠ να τσοντάρουν από 20 € όλοι οι πελάτες του και να παραμείνει στο δημόσιο. Πιο πολλά θα μαζευτούν». Βγήκα από τη ΔΟΥ και πετάχτηκα στο περίπτερο για τσιγάρα.

Μετά από δύο χρόνια μπήκα στ’ αυτοκίνητό μου που βρήκα άθικτο -ούτε οι ληστές τα θέλουν πια- κι επέστρεψα στην εφημερίδα. Κανείς δεν έδειχνε να πήρε είδηση που έλειπα, γιατί μετά τον εκδότη αρχίσαμε να λειτουργούμε και χωρίς ενημέρωση. Ήδη από εξαμήνου απαγορεύτηκε ν’ αγοράζουν εφημερίδες όσοι έχουν δουλειά. Και ως γνωστόν αφού δεν ήταν δυνατόν να παταχθεί η φοροδιαφυγή, πατάχτηκε η ανεργία ή καλύτερα οι άνεργοι. Δεν πατάχτηκαν, άνθρωποι είναι, πετάχτηκαν. Ο Στουρνάρας είχε δώσει εντολή μαζί με την απόλυση να επιδίδεται και η απέλαση γι’ άλλες χώρες μακρινές.


Μαμά, κρυώνω
          Νομίζω άκουσα τον Στουρνάρα ν’ απαντά σε κάποιους ιθαγενείς, «Τι ακριβώς θέλετε; Λεφτά ή απάντηση;» Μάλλον μια απάντηση για λεφτά επιζητούσαν οι άνθρωποι , αλλά το σύστημα δεν τα βάζει αυτά στον ίδιο λογαριασμό. Έστριψα και από ένα παράθυρο κουζίνας σπιτονοικοκυράς άκουσα τη Μενεγάκη να αναρωτιέται, «Τι σόι πλεόνασμα 2,3 δισ. ευρώ είναι όταν ταυτόχρονα το Δημόσιο έχει κηρύξει στάση πληρωμών και οφείλει 7,5 δισ. ευρώ στην αγορά;» Τότε θυμήθηκα τον Κ. Καραμανλή τον πρεσβύτερο ελαφρώς παραλλαγμένο: «Η Ελλάδα έγινε απέραντο φοροκομείο». Δεν έδωσα σημασία, απλώς μουρμούρισα το νέο σουξέ της εποχής: «Τι χαρά στο κυβερνείο / γίναμε ξανά πορνείο / Με Κουβέλη Σαμαρά και Βενιζέλο / η Ελλάδα δεν καλείται πια μπουρδέλο». Μια που τ' αναφέραμε, προχθές σε τοίχο του σχολείου των εφηβικών μου χρόνων διάβασα σύνθημα: «Μαμά, κρυώνω». Ευτυχώς που στο σχολείο ήμουν καλός στα ελληνικά και κατάλαβα πώς από τη διακυβέρνηση περάσαμε στην τριακυβέρνηση.
           Στο λεωφορείο και στο στριμωξίδι άρχισα να κοιτάζω δήθεν αδιάφορος έξω όπως κάνω όταν κλάνω. Ήταν η στιγμή κατά τη μικρή διάρκεια της οποίας μου τράβηξε την προσοχή κακόφημο κλαμπ μιας γειτονιάς απ’ όπου μου ήρθε κατακούτελα μια ταμπέλα: «Προσεχώς Ελληνίδες». Μάλλον το φαντάστηκα αυτό, γιατί από σεξ δεν πηγαίνω καλά, αφού κατά βάθος κρανίου ελπίζω να συμπεριληφθώ κάποτε κι εγώ στη λίστα Βάνας Μπάρμπα. Σωθήκαμε! Και γιατί να σωθούμε; Σωτηρία χώρας σημαίνει: «Οι πλούσιοι να γίνουν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι».
           Πού πηγαίνω όμως; Α, ναι, στο ειδικό δικαστήριο επειδή βρήκα ποιος αλλοίωσε τη λίστα: αυτός που αλλοίωσε τη χώρα. Αν στην είσοδο με ρωτήσουν οι κάμερες με ποιον είμαι θ’ απαντήσω γι’ άλλη μια φορά ορθά-κοφτά: «Είμαι με το ζόρι».




ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΟΣΗ
                  Με απασχολεί σοβαρά όμως που σύμφωνα με την κυβέρνηση η Ελλάδα έκανε αυτό που έπρεπε: εξαθλιώθηκε. Σειρά και των άλλων χωρών τώρα να επιτελέσουν το δικό τους καθήκον και εξαθλιωθούν κι αυτές. Αν η δανειακή μας συμφωνία λέει άλλα, τότε είναι μειοδοτική. Με τα μέτρα στην Ελλάδα γίνεται ανά/κατα-διανομή του εθνικού πλούτου και όποιος προλάβει. Πάντως για να μην αδικούμε τους ηγέτες μας, Στουρνάρας, Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης δεν το βάζουν κάτω που δεν πήραμε ακόμα τη δόση. Ψάχνουν κι άλλους τρόπους ώστε να καταφέρει η Ελλάδα να μην ξεπεράσει ποτέ την κρίση. Αισιοδοξούμε όλοι επειδή η Ελλάδα δεν είναι για την Ευρώπη το πρόβλημα, είναι το πρόσχημα για καταπάτηση εργασιακών δικαιωμάτων. Αλλά και να ήταν πρόβλημα η Ελλάδα δεν χάθηκε ο κόσμος. Δεν τρομάζουν κανέναν τα προβλήματα δεδομένου ότι οι τροϊκομματικές λύσεις αποδείχτηκαν περίτρανα χειρότερες από το όποιο πρόβλημα. Και από το πρόσχημα. Και για να πω τώρα την κατακλείδα μου ευγενικά, αφού αυξάνεται η τομή του ρεύματος της ΔΕΗ, δηλαδή το κόψιμο, είναι λογικό και φυσικό επακόλουθο ν’ αυξάνεται και η τιμή του. Όταν λιγοστεύουν οι πελάτες υπάρχουν δύο τρόποι να φρενάρεις τη μείωση εσόδων σου: ή αυξάνεις τον αριθμό των πελατών, κάτι αδύνατον σήμερα για τη ΔΕΗ κι ας είναι μονοπώλιο ή ανεβάζεις τις τιμές του εμπορεύματός σου σε όσους πελάτες σου απέμειναν. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, αλλά δεν τους λέμε στη ΔΕΗ μην στενοχωρηθεί. Καλά κάνει και ανεβάζει τα τιμολόγιά της γιατί κάποιοι, αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, πρέπει να πληρώσουν και τις επιδοτήσεις της ΔΕΗ στις ιδιωτικές μονάδες παραγωγής ρεύματος από φυσικό αέριο. Βέβαια εμένα δε με νοιάζει η άνοδος τιμής, αφού στο λογαριασμό της ΔΕΗ το ρεύμα είναι το λιγότερο που κάθε φορά πληρώνω.


ΠΙΣΩ ΕΧΕΙ Η ΑΧ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΝ ΟΥΡΑ 
      Και αναρωτήθηκα: αφού υπάρχει έκθεση-σοκ για τα διεθνή αποτελέσματα της ελληνικής χρεοκοπίας γιατί μας απειλούν ότι θα μας χρεοκοπήσουν; Φοβάμαι ότι οι εκάστοτε κυβερνώντες μας είναι πουλημένοι φτηνά. Από απέναντι έρχονταν μια όμορφη κοπέλα που έβγαζε βόλτα ένα παιδάκι. Όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος προκειμένου να την πέσω στην κοπέλα, μίλησα στο παιδάκι. Τι ήθελα να το κάνω!.. Με πέθανε στην πολυλογία. Μετά έμαθα πως ήταν ο Δημητράκης που πιστεύει ότι πάντα μιλάει τσάμπα.

      «Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω τόσο πλούσιος που θα μπορώ να κλέψω την εφορία. Ο μπαμπάς μου, βλέπεις, είναι πολύ φτωχός και για τιμωρία πληρώνει φόρους. Αλλά κι εσένα σε βλέπω πολύ φτωχό για να μπορέσεις να κλέψεις την εφορία.»

      Έφυγα τρέχοντας γιατί ο Δημητράκης μου θύμισε πολλά. Ξαφνικά από κάποιο παράθυρο νοικοκυράς πρώτου ορόφου άκουσα παλιό τραγούδι του Καζαντζίδη. Νομίζω ήταν το «Μάνα γιατί με χρέωσες», αν βέβαια άκουσα καλά, γιατί από το ένα αυτό μπήκε και από το άλλο βγήκε και δεν το πρόλαβα, γιατί την προσοχή μου τράβηξε ένα περίπτερο που από μπροστά μου βιαστικά με κρεμασμένες εφημερίδες σαν σαλιάρα μπροστά του. «Επιτέλους τραβάμε μπροστά» φώναζε ο κυρίαρχος τίτλος. Φυσικά ο δημοσιογράφος γράφοντας αυτόν τον τίτλο εννοούσε ότι τραβάμε κουπί. Τότε θυμήθηκα το τελευταίο ευφυολόγημα του Δημητράκη: «Δεν είμαστε μαθητές της κρίσης. Είμαστε παθητές. Δεν είσαι, καλέ μου κύριε, παθώς μαθώς.» Το δικό μου ευφυολόγημα, γιατί δε μπορούσα να λείπω, είναι πιο ματαιόδοξο. «Από το Χάρε Κρίσνα περάσαμε στο Χάρε, Κρίση να». Το είπα δυνατά κι ένας μεθυσμένος μέσα σε ταξί σταματημένο σε φανάρι μου πέταξε «Δε μας χέζεις, ρε Στουρνάρα;» Δεν έδωσα σημασία, ατένισα με αισιοδοξία το μέλλον και την Ακρόπολη. Οι χρυσαυγίτες ακόμα βρίζουν τον Μανώλη Γλέζο επειδή δεν τους συγχωρούν ότι στην κατοχή κατέβασε τη σημαία τους από τον Ιερό Βράχο. Τότε είχαμε τριπλή κατοχή, Γερμανική, Ιταλική και Βουλγαρική. Τώρα έχουμε μόνο διπλή κατοχή: τουρκοκρατία στα κανάλια και γερμανική κατοχή στις τσέπες μας. Ο Οκτώβριος, μας θυμίζει το Μέγα Τσατσάνελ, είναι μήνας αποταμίευσης. Μάλλον δεν μιλάνε για τον φετινό Οκτώβριο, ούτε για τον περσινό. Το μυαλό μου όμως το βασάνιζε άλλο ερώτημα. Ο Κασιδιάρης ζήτησε από τον Τσίπρα να προσέξει μη σχιστούν καλσόν. Δεν διευκρίνισε όμως ποιανών το καλσόν να προσέξει. Το δικό του καλσόν να μην ξεσκίσουν ή του Γαϊτάνου; Οι χρυσαυγίτες χαιρετούν φασιστικά για να δείξουν ότι τα χέρια που δέρνουν και σκοτώνουν είναι καθαρά. «Δεν κλέψαμε», είπε φύρερ Μιχαλολιάκος. Πράγματι, τώρα μόλις μπήκαν στη Βουλή, πού να προλάβουν να κλέψουν;

       Πέρασε από το αντίθετο ρεύμα ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών με ανοιχτές τηλεοράσεις στη βιτρίνα. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη Μενεγάκη που αναρωτήθηκε στην εκπομπή της, «Τα λεφτά από τις προηγούμενες δόσεις πού είναι;» Γιατί δεν το ρώτησε αυτό κανένας υπουργός Οικονομικών; Όμως τίνος οικονομικών είναι αυτός υπουργός; Των δικών μου οικονομικών ή των δανειστών μου; Και τα δυο άφαντα είναι. Στο φανάρι είδα έναν Πακιστανό, από αυτούς που ενοχλούν την αισθητική του Νότη Σφακιανάκη και αναρωτήθηκα αν πάω να δουλέψω στην Αλβανία θα με πλακώσουν στο ξύλο Αλβανοί ή Έλληνες ακροδεξιοί; Ο μαύρος που καθάριζε τζάμια ομολόγησε ότι το ΑΕΠ της χώρας μας θα λέγεται πια ΑΕΠίου. Το σκέφτεται και η ΑΕΠΙ, αλλά αυτό δεν έχει σχέση με το θέμα μας. «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας», ακούστηκε από μια ελληνική ταινία και το μνημόνιο γίνεται για φιλανθρωπικούς λόγους. Δώστε και σώστε τους τραπεζίτες και τους φοροφυγάδες.

      Στο άλλο κανάλι ο Τόμσεν ξεκινώντας πρωί-πρωί τη σημερινή διαπραγμάτευση τόνισε στους άλλους δύο, τον Μαζούχα και τον Σήματα Μορς, «Όχι αιχμαλώτους. Στα 9 δισ. ευρώ, αντί για 7,8 το ύψος των επιπρόσθετων μέτρων για το 2013. Όσο υπάρχει σύνταξη. Μέχρι οι υπέργηροι να γίνουν υπέργειοι.» Το συμπέρασμά μου είναι ότι η διαπραγμάτευση με την Τρόικα πέτυχε. Το χειρότερο μνημόνιο. Η ΔΗΜΑΡ όμως επιμένει. «Δεν θα ψηφίσουμε τα εργασιακά. Δεν θα έχετε συνενόχους κι εμάς». Ο Σαμαράς δεν κρατήθηκε. «Κωστής Παλαμάς» είπε από το βήμα της Βουλής για να μην πει «Στ’ αρχίδια μας κι εμάς». Εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου με προσπέρασε μια βιτρίνα θεάτρου. Αν θυμάμαι καλά διάβασα ότι το έργο «Κυβερνητική κρίση» παίζεται όχι για τα εργασιακά, αλλά για τα δημο(σ)κοπικά. Μετά την υπερψήφιση των μέτρων η Κυβέρνηση θα είναι για λίγες παραστάσεις. Πάντως, στην υπόθεση του έργου, οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα και οι ενδοκυβερνητικές διαφωνίες δεν είναι θέατρο σκιών, αλλά διαφωνίες περί όνου σκιάς. Κάθε μέρα που περνάει πιστεύω όλο και περισσότερο ότι η κυβέρνηση μοιάζει με τη φυλακή και το περίπτερο. Μπαίνεις με τη μούρη και βγαίνεις με τον κώλο. Το έργο έχει και στιγμές τρόμου. Βγαίνει Σαμαράς και απειλεί την Ελλάδα. Χαρακτηριστική του σχετική ατάκα: «Είμαστε μόλις στην αρχή των διαπραγματεύσεων με την Τρόικα». Ας μην είμαι άδικος όμως με τον πρώην γκόμενο της Άννας Βίσση. Ο Αντωνάκης

      Ένα μπλοκ απεργών πέρασε από μπροστά μου. Τους κυνηγούσε ο πρόεδρος του σωματείου τους και φώναζε: «Σ’ αυτή την απεργία σύντροφοι, δεν ζητάμε αύξηση μισθού. Δεν θέλουμε περισσότερα λεφτά, αντιθέτως θέλουμε λιγότερα. Να μας κόψουν λιγότερα εννοώ». Ο χασικλής παραδίπλα πανηγύριζε. «Επιτέλους ο λογαριασμός της ΔΕΗ μας έρχεται πλέον σε ένα φύλλο ινδικής κάνναβης.» Μια νέα γυναίκα στο πεζοδρόμιο των Προπυλαίων μου θύμισε την Ελλάδα. Ζητούσε χρήματα με χαρακτηριστική ατάκα: «Παρακαλώ, βοηθήστε με να κόψω τις σπατάλες». Ένα άνεργο καμάκι πίσω της καθισμένο στο σιντριβάνι ζητιάνευε με μια ταμπέλα δίπλα στο κουβαδάκι με τα κέρματα: «Ντου γιου λάικ μαντμουαζέλ δι Γκρις;»

        Ο τουρισμός μας πηγαίνει από το ΠΑΣΟΚ στο χειρότερο. Εδώ στην Ελλάδα όπου πηγαίνει η λίστα Λαγκάρντ χάνεται επειδή δεν έχουμε πλοηγό στα γαλλικά. Γιατί κανένας δε θέλει τη λίστα Λαγκάρντ στα χέρια του; Τι ακριβώς θα πάθει αν φορολογήσει κάποιους καταθέτες μιας ελβετικής τράπεζας; Ο Γιωργάκης Παπακωνσταντίνου πιάστηκε από επιτροπή της Βουλής στα πράσα ν’ αντιγράφει. Η κόρη του Κωνσταντόπουλου του την έπεσε άγρια.
      «Γιατί Γιωργάκη», του είπε με έντονη μύτη, «γιατί αντέγραψες το cd με τη λίστα Λαγκάρντ σε stick και όχι σε cd;» Και ο Γιωργάκης απάντησε ευθέως. «Το έκανα επειδή το cd δεν αλλοιώνεται και δε μπορεί κανείς να βγάζει ονόματα από τη λίστα». «Ναι, Γιωργάκη», συνέχισε η κόρη του Κωνσταντόπουλου, «γιατί έχασες τη λίστα; Ε; Πού είχες το μυαλό σου;» «Ποιο;» αναρωτήθηκε ο Γιωργάκης Παπακωνσταντίνου.
      Την προηγούμενη ημέρα ο Βενιζέλος είχε δεχτεί ένα σημείωμα από αυτόν για τον οποίο η Μέρκελ απεφάνθη «Ντας Ιστ Άιν Στουρν». Το σημείωμα έγραφε, «Όποιος βρει τη λίστα Λαγκάρντ να τη βάλει στο γκώλο του, γιατί έγινε πια μια λίστα του κώλου.» Εντάξει με το γκώλο, αλλά η υπογραφή του σημειώματος; Παλιά οι κυβερνώντες μας έκοβαν στην παρέα τα ονόματά τους προς το αμερικανικότερον. Ο Καραμανλής «Καρ», ο Παπανδρέου «Παπ», ο Ευταξίας «Κωλ» και λοιπά. Οι σημερινοί κυβερνώντες αλλάζουν ονόματα προς το γερμανικότερον. Ο Στουρνάρας το έκανε Στουρν. Το είδα στο σημείωμα που είδα να στέλνει σ’ εμένα και με καθησύχασε. «Μήτσο, αν δεν πάρουμε αυτή τη δόση των 31,5 δισ. θα πεινάσουμε». Δηλαδή αν την πάρουμε δεν θα πεινάσουμε. Ας γυρίσουμε όμως στην επιτροπή της Βουλής. Το μόνο που θυμήθηκε ο Γιωργάκης ήταν ότι τα πρώτα ονόματα στηγ λίστα Λαγκάρντ δεν είναι Εβραίοι, γιατί αυτοί δεν βάζουν τα λεφτά τους σε δικά τους πιστωτικά ιδρύματα γιατί δεν τους έχουν εμπιστοσύνη.
      «Ποιος ήταν πρώτος στη λίστα, Γιωργάκη;» του πέταξε στα μούτρα η Κωνσταντοπούλου. «Ο Αααάτων», απάντησε αμέσως ο Γιωργάκης, σα να του ήρθε θεία φώρτιση. Και συνέχισε, «Στη δεύτερη θέση ήταν ο Ααβόρας, ενώ τρίτος και καταϊδρωμένος ήρθε ο Αβάδιστας.»

      ΔΝΤ και Γερμανία τσακώνονται για το χρέος της Ελλάδας που θα πληρώσουμε εμείς και όχι αυτοί. Έξω πάμε καλά, Για τη διαδοχή της Λαγκάρντ στο ΔΝΤ κονταροχτυπιούνται ο διεθνής GAP και ο Ελληνάρας Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Εισέπραξαν όμως ένα ΔίΝεΤου και κάνουν πως δεν το άκουσαν. «Πάλι μου παίρνεις μέτρα;» ρώτησε από το διπλανό ξενοδοχείο ο Σαμαράς τον πολιτικό του νεκροθάφτη Τόμσεν που βγήκε μπροστά του με τη μεζούρα στα χέρια. «Τα μέτρα, Αντωνάκη», του απάντησε ο Τόμσεν, «μοιάζουν με τα πατατάκια. Είναι να μη φας το πρώτο. Και μη φοβάσαι αυτό το πακέτο. Θα είναι το τελευταίο. Μετά από αυτό τα μέτρα θα τα συσκευάζουμε σε κοντέινερ». Παλιά η ευελιξία, η πολιτική τσαχπινιά και η πολιτική πουτανιά διέφεραν στον άνθρωπο. Σήμερα διαφέρουν στα μέτρα. Δε με νοιάζει ποιοι τα παίρνουν. Απορώ όμως ποιοι τα δίνουν. Δεν με πειράζει να βλέπω κατεστραμμένους ανθρώπους γύρω μου. Οι πλούσιοι χρειάζονται φτώχεια γύρω τους. Το ίδιο και οι πλούσιες χώρες. Χρειάζονται γύρω τους φτωχές χώρες. «Κάτι άλλαξε στην Ελλάδα», είπε η Μέρκελ πίσω μου, μετά την επίσκεψή της στην Αθήνα. Ίσως εννοούσε τον καιρό. Δε βαριέσαι!... Ότι φτύσει ας κατεβάσει, ακούστηκε ότι είπε ο Σαμαράς πηγαίνοντας να εκκλησιαστεί στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης. Ο καιρός ψύχρανε και αναρωτιέμαι γιατί βλέπω παντού τραπεζάκια έξω. «Θα μείνουν όλο το χειμώνα έξω», μου απάντησε προφανώς αφού διάβασε τη σκέψη μου, ένα γκαρσόνι καφετέριας. «Τις νύχτες θα στριμώχνουμε τα τραπεζάκια κάτω από τη λάμπα της κολώνας γιατί δεν θα έχουμε ρεύμα».

      Διέσχισε τη νησίδα και τη ματιά μου άξαφνα και τρέχοντας να κρυφτεί πίσω μου ένα πρώην τσοντάδικο Ομονοίας. Από το μυαλό μου πέρασε κι έμεινε μια φωνή, «Πονάω αλλά μ’ αρέσει». Η φωνή αυτή εμφανίστηκε και τυπωμένη σε εφημερίδα τοίχου, κρεμασμένη με μανταλάκια σε σχοινάκι στον τοίχο: «Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Marc το 64,1% των ερωτηθέντων να ολοκληρώσει τη θητεία της η κυβέρνηση.» Τότε με διέκοψε η Μενεγάκη που δε λέει να σταματήσει τις ερωτήσεις. «Αν διώξουμε τους ξένους μετανάστες, άλλες χώρες δεν θα διώξουν τους Έλληνες μετανάστες;» Της απάντησε μια απόφαση της Ευρωπαϊκής επιτροπής. «Κωλο/Νεοέλληνες, μπορείτε επιτέλους να ψοφήσετε πιο ήσυχα; Εμείς σας τα πήραμε όλα, αλλά εσείς μας πήρατε τ’ αυτιά.» «Να ζήσουμε με τα 17,5 δισ. που μαζέψαμε και να μην πάρουμε άλλη δόση», ανταπάντησε η Μενεγάκη. Πράγματι, τι με νοιάζει εμένα αν χρεοκοπήσει το πιστωτικό σύστημα; Έχω δυο χρόνια να περάσω έξω από τράπεζα. Αλλά της Μενεγάκη δεν έλεγε να κλείσει ο στόμας της. «Ποιος από αυτούς που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν το πακέτο μέτρων το έχει δει; Αγαπητή μου Παγκόσμια τράπεζα. Πώς γίνεται να έχουμε μία από τις 10 καλύτερες οικονομίες που άλλαξαν κι ευνοούν το επιχειρείν, αφού τρελαθήκαμε να βάζουμε λουκέτα;» Μετά η Μενεγάκη λιποθύμησε από κρίση ευφυΐας και ησύχασα.

      «Όλοι με τον Σαμαρά», φώναξε ο Πάγκαλος μέσα μου και με τρόμαξε. Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκε το ανέκδοτο «Όλοι για Λαμία, όλοι για Λαμίαααααχ….» Το κακό ανέκδοτο μοιάζει με το κακό τραγούδι που μας κερδίζει επειδή έχουμε χιούμορ. Το τελευταίο συνέχισε την επιτυχία του με κοινωνικές διαστάσεις. Απαντήθηκε το οπερετικό, «Βρήκες, Μπετατζή το σημείο G;» Ο Μπετατζής ντυμένος Γκοντό, που δεν είδε κανείς, στο έργο του ακόμα τον περιμένουν, απαντά «Όχι, μου κόψανε τα δάνεια κι έμεινα στα μπετάααααα». Έχασα τη συνέχεια γιατί μπήκε μπροστά μου για λίγο και μου έκοψε τη θέα το Ροντέο της Ηπείρου κι Αχαρνών του Σαββόπουλου και με γιουχάισε. Ζούσε τη μοναδική βραδιά που με φιλοξένησε. Έπαιζε το παλιό συγκρότημα «Socrates drunk Mnimonium», αν βέβαια θυμάμαι καλά. Από τότε που μου έπεσε στο κεφάλι το βιβλίο ιστορίας η μνήμη μου πηγαινοέρχεται σε δεκαετίες. Οι βασιλικοί είναι αφελείς. Το 1914 η Μεγάλη Βρετανία προσέφερε την Κύπρο στην Ελλάδα, ως αντάλλαγμα, στην περίπτωση που η Ελλάδα θα λάμβανε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο (Μεγάλο) Πόλεμο στο πλευρό των διαβόητων από 1922 συμμάχων, της Αντάντ. Ο φιλογερμανός Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α΄ όμως προτίμησε να κρατήσει ουδέτερη στάση και αρνήθηκε την προσφορά. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πιο πατριώτης. Μας έβαλε σ’ αυτόν τον πόλεμο πλευρό της Αντάντ τσάμπα, χωρίς να πάρουμε την Κύπρο. Και η βόλτα της μνήμης τελείωσε με μια απρόσμενη συνάντηση. «Γεια σας, είμαι ο Γουλιέλμος Τέλλος», είπε ο ένας στον άλλο. Και ο άλλος απάντησε, «Χαίρω πολύ, Βενιζέλος τέλος».