16/3/15

Ο φθόνος του χρέους

Όσο περπατούσαμε προς το παλιό καφενείο διάφορες εμβόλιμες ευχές παραφρασμένες μου ξόδευαν την ώρα: «Χρωστάς, Ανέστη, ευτυχής ο χρέος χρόνος, χρεώνια πολλά».

«Χρεώς τα παιδιά», μας είπε ο καφετζής και με ξύπνησε. Στην αίθουσα όμως όλα ψυχρά, νοιώσαμε μια χρεάδα να διαπερνά το πουγκί μας.

Δίπλα μας δύο καλοντυμένοι μεσήλικες τσακώνονταν: «Άντε και δανείσου / Πάρ’ τη και κοιμήσου / Την παίρνω και κοιμάμαι και το χρέος σου θυμάμαι».

Το χρέος της χώρας μας ανεβαίνει κάθε μέρα κάθε ώρα, συνέχεια, χρέως ότου μας γονατίσει όλους, σκέφτηκα κι έκλεισα την οικονομική εφημερίδα.

«Σε λίγο αντί για τι ώρα, θα λέμε, συγνώμη, έχετε χρέος;» είπα ξαφνικά προς την έκπληκτη παρέα. Ένας ανταποκρίθηκε:

«Ναι, αν ο άλλος κοιτάξει το ρολόι του και πει, πεντακόσια παρά τέταρτο, θα ξέρουμε ότι οδεύουμε πια προς το βράδυ, αφού το πρωί είχαμε τετρακόσια πενήντα και το χρέος ανεβαίνει περίπου 2 δισ. την ώρα».

«Γι’ αυτό ζει φτωχικά ο χρέος βασιλιάς», είπε ο καφετζής που ανυπομονούσε να πάρει παραγγελία, βασιλικότερος του βασιχρέος.
Ξαφνικά ένα χρεωστικό κύμα μας κόλλησε όλους στη τζαμαρία. «Πόρτααααα», φωνάξαμε αλλά αυτός που την άφησε ανοιχτή είχε γίνει πια καπνός, όπως όλοι πια οι νοικοκυχρέη από το καφενείο.

Πρέπει να δώσουμε ένα τέλος σ’ αυτό το βασανιστήριο, αλλά τι να πούμε; Χρέος εδώ και μη παρέκει;