10/10/14

Ο Αντώνης το 'σκασε

Είδα τον φίλο μου τον Νάκη (από το Αντωνάκης) στο Κολωνάκι μια Δευτέρα ξαφνικά να μαθαίνει Ιταλικά. Με είδε με την κάμερα στο χέρι και δεν δίστασε να μου μιλήσει. Την κάμερα την είχα για δώρο σε κάποιον που ξέχασα ποιος είναι ποιος γιορτάζει, αλλά ήμουν εγώ, έτσι την κράτησα για τον εαυτό μου, τυλιγμένη με φιόγκο. Μόλις την είχα αγοράσει από τον κοντινό Γερμανό, όνομα και καταγωγή που μόλις το άκουσε ο Νάκης πλάνταξε στο κλάμα εξηγώντας μου την κατάστα ο Κύριος.

«Μια χοντρούλα Γερμανίδα κολλητέ, με το βλέμμα της το πλάνο το μπλαζέ με χαλβάδιαζε σαν άπλετο μπουφέ μα μου γύρισε την πλάτη, ωιμέ».

Κατάλαβα τι επακολούθησε και γιατί. Ο Αντωνάκεν ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης και την κοπάνησε γιατί δεν ήταν καλά μετά την πολιτική χυλόπιτα με οικονομικές προεκτάσεις που έφαγε από την Ανγκελάριο.

Σύρθηκε στο αεροδρόμιο με το όνομα Τριανταφυλλίδης, όπως έκανε το 1963 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Κάποιος γεροντότερος δίπλα του διάβαζε «Το Θέμα» και σιγοτραγουδούσε άσμα του Σταμάτη Κόκορα το οποίο λάτρευε υπαρξιακά ο Ιωνάθαν (μου ’φυγε το) Καφάσης του σίριαλ «Η γειτονιά μας» που έγραψε ο πατέρας του Πρετεντέρη. Το άσμα: «Το θέμα είναι να τη βρω (δις) / κι από τα δύ (δις)  σκολα να βγω».

Ο Αντωνάκεν της Μέρκελ, Νάκης ή Νάκεν για εμάς ή Τόνι για τις φίλες και Θαμαράθ ισπανιστί από τα μάραθα, σα να μαράθηκε ακούγοντας το άσμα. Πριν παραλάβει το εισιτήριό του συνελήφθη να μουρμουρά κι αυτός τραγούδι σε στίχους δικούς μας: «Δεν ξέρω τι θα γίνω / Να πάω Βερολίνο; …όχι πήγα εκεί» ακούστηκε κάπως δυνατά βγαλμένο από τα αβυσσαλέα εσωθικά του. Οι επίδοξοι εν δυνάμει άλλοι επιβάτες αεροσκαφών και ελικοπτέρων τον κοίταξαν παραξενεμένοι ότι κάτι τους θύμιζε αλλά κι ενοχλημένοι από την κραυγή που τους τάραξε τον ύπνο του δικαίου. Μέσα του ο Νάκης αισθάνθηκε ένα όρθιο δάχτυλο να με το συμπάθιο να μπαίνει μπροστά στα χείλη του υπερεγώ του και να του κάνει «σσσσσστ». Συνέχισε να μουρμουρά στην άχνα του, δηλαδή αχνιστά από την καυτή ανάσα του πονεμένου: «Δεν ξέρω τι να κάνω / Θα πάω στο Μιλάνο / Θα ψάξω να τη βρω / στον Ισημερινό / μέχρι τον Βόρειο Πόλο / Ίο σόνο σόλο».

Αμέσως μετά, πριν προλάβει το δάκρυ που έσταξε να φτάσει στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα του αεροδρομίου που γυάλισαν απολυμένες καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, τότε το εισιτήριο του έπεσε απ’ τα χέρια όχι δε γίνεται δεν είναι δυνατόν, αυτός που του ’ταζε τον ουρανό τ’ αστέρια στην ολομέλεια θα ψήφιζε «παρών». Ευτυχώς αργότερα πήγε και τράκαρε τον Νικήτα και τον επανέφερε. Ο Νάκεν είχε δει την απειλητική δήλωση στην τηλεόραση του απέναντι ψιλικατζή που ταξίδευε για Ζυρίχη να καταθέσει τις αφορολόγητες οικονομίες του, όπως κάνουν όλοι οι φτωχοί που προκάλεσαν την οικονομική κρίση.

Μετά ο Νάκεν είδε παγωμένος στην οθόνη του μυαλού του ν’ ανεβαίνει στο βήμα ή καλύτερα στο πήδημα της Βουλής ο πρωθυπουργός Υγείας Μάκης Τσεκουρίδης και τον να τον μνημονεύει σαν
πεθαμένο πολιτικά. Αμέσως ψιθύρισε στην εξουσία που είχε καταπιεί μέσα του: «Με ρωτάς αν χαθείς τι θα κάνω / Θα πεθάνω (δις)». Το είχε πια αποφασίσει. Παρασκευή βράδυ θα ήταν πίσω Αθήνα να παλέψει μόνος του και να καταφέρει να ξεφτιλιστεί ως ο χειρότερος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας που από κόμμα εξουσίας την έφτασε να ιδρώνει να φτάσει το 20%, σα να ήταν στις εκπτώσεις καταστημάτων ένδυσης-υπόδησης.