3/11/13

Ο μονόλογος του Βετζίνα

Τα αυτοκίνητα καίνε πλέον πιο πολύ στην εθνική οδό απ’ όσο στην πόλη.

Στην πόλη καίνε πολύ βενζίνη, στην εθνική οδό όμως καίνε διόδια.

Ένας συμπολεμιστής μου από το στρατό είπε να πάει Ορεστιάδα από την Καλαμάτα για το καθιερωμένο ετήσιο ριγιούνιον, αλλά για να πληρώσει τα διόδια αναγκάστηκε να πουλήσει το αυτοκίνητο για εισιτήρια επιστροφής.

Τα λεφτά από το αυτοκίνητο φτάσανε μέχρι την Κατερίνη. Είπε να πάρει το τραίνο, αλλά δε μπορούσε να περιμένει γιατί το τραίνο φεύγει πάντα στις οκτώ ταξίδι για και από την Κατερίνη χωρίς να ξεκαθαρίζει ο στίχος του γνωστού τραγουδιού αν μιλάει για πρωί ή βράδυ.

Πούλησε το κινητό του, πήρε το ΚΤΕΛ κι έφτασε μέχρι τη  Λάρισα. Εκεί μάζευε ένα μήνα βαμβάκι κι επέστρεψε. Στην Ορεστιάδα.

Καλαμάτα δε μπόρεσε να επιστρέψει γιατί δεν είχε χρήματα για εισιτήρια. Δεν τον πλήρωναν οι εργοδότες που ήταν χρυσαυγίτες και δεν ήθελαν να πληρώνουν έλληνες σα να ήταν μετανάστες, έτσι τον άφησαν άφραγκο. Και τους μετανάστες που είχαν στη δούλεψή τους απλήρωτους κι αυτούς τους άφησαν, αλλά δε μετράει γιατί είναι μετανάστες. Τι να κάνει, έκανε τον Πακιστανό και τον πήραν δωρεάν για στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το έπαιξε κορώνα-γράμματα. Περίμενε να τον πάνε Κόρινθο αλλά όπως στριφογύριζε το κέρμα το άρπαξε στον αέρα μια είδηση για έκτακτο φόρο που βγήκε από μια κοντινή τηλεοπτική συσκευή. Η είδηση βγήκε, όχι ο φόρος, ήταν διαρροή, αλλά χρήμα που μπαίνει στην εφορία είναι σαν το ψάρι στον κώλο. Δε βγαίνει εύκολα. Δεν είχε τύχη λοιπόν και βρέθηκε σε στρατόπεδο στην Ορεστιάδα.

Εκεί επιτέλους του χαμογέλασε η τύχη μαζί με τον κουμπάρο μου, τον μαθηματικό που αποσπάστηκε σε σχολείο εκεί κοντά, στο Βάλτο.

Ήταν Παρασκευή μεσημέρι και ο κουμπάρος επέστρεφε Αθήνα να δει τη γυναίκα του, τα παιδιά του και κυρίως να φάει και να κάνει κάνα μπανάκι. Περνώντας από Ορεστιάδα είδε τον συμπολεμιστή μου και τον πήρε μαζί.

Γνωρίζονταν από το στρατό. Το κουμπάρος μου μέγας τσάτσος ήταν στη στρατολογία στο Ρουφ και έστειλε μετάθεση στην Ορεστιάδα τον συμπολεμιστή μου για να μην πάω εγώ. Δεν τα κατάφερε όμως γιατί κι ο συμπολεμιστής μου έκανε ακριβώς το ίδιο. Έτσι, βρεθήκαμε να υπηρετούμε την πατρίς εκεί γιατί η Αθήνα δε χωρούσε άλλους τσάτσους. Είχε ήδη έναν πρόεδρο Δημοκρατίας, μέγα τσάτσο που βγήκε με τις ψήφους και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τις δημόσιες υπηρεσίες ήταν το ΠΑΣΟΚ αυτοδύναμο στην κυβέρνηση ή η ΝΔ, δεν θυμάμαι καλά, αλλά στις υπηρεσίες δεν είχαν άλλες καρέκλες να κάτσουν οι διορισμένοι με μέσον και φτάνανε στα άκρα να δουλεύουν μονά-ζυγά ακριβώς όπως με τον δακτύλιο. Μετά άρχισαν απεργίες όσοι είχαν λήγοντα ΑΦΜ μονό γιατί δούλευαν περισσότερες μέρες από τους ζυγούς...

Πού είχαμε μείνει όμως; Ορεστιάδα  ενάμιση χρόνο φαντάροι.  Κανείς δεν κρατά κακία τέτοιες μέρες και ο κουμπάρος πήρε τον συμπολεμιστή μου και τον έφερε Αθήνα. «Από Θεσσαλονίκη Αθήνα θα πάτε εύκολα γιατί είναι  κατηφόρα αν κοιτάξετε το χάρτη που σας πουλάω», τους είπε ένας Πόντιος από την Κεφαλονιά, ο Πιλάτος αν θυμάμαι καλά ή Κοτσονάτος, γιατί στεκόταν καλά ο κότσος του.

Δεν πήραν χάρτη όμως γιατί ο κουμπάρος δεν πήρε τον συμπολεμιστή μου με το αμάξι του, γιατί το είχε αφήσει εδώ για τη γυναίκα και τα παιδιά. Όχι να κυκλοφορούν, στο σαλόνι το έχουν για να χρησιμοποιούν το καλοριφέρ του που καίει βενζίνη θέρμανσης. Πιο ακριβή από το πετρέλαιο, αλλά πετρέλαιο δεν βάζει η πολυκατοικία γιατί το σιχαίνονται 2-3 ένοικοι και δε θέλουν να το βλέπουν. Δεν το σιχαίνονται για την απαίσια μυρωδιά του, αλλά για την τιμή του. Είναι πολύ υψηλή και τους κάνει να αισθάνονται κατώτεροι. Και στο σχολείο κοντούς τους ανεβάζανε, κοντούς τους κατεβάζανε. Είναι το επώνυμό τους και όσο να ’ναι τους ενοχλεί όταν χρησιμοποιείται ως επίθετο.

Κουμπάρος και συμπολεμιστής μου γύρισαν Αθήνα δεμένοι ανάμεσα στους άξονες μιας νταλίκας σαν Αφγανοί της Πάτρας για Πρίντεζι. Εκεί κατέληξαν. Ευτυχώς η Ιταλία έχει σοβαρό κράτος. Μόλις τους τσίμπησαν τους έστειλαν με αεροπλάνο παρακαλώ στην Καμπούλ. Ευτυχώς πάλι που το Αφγανιστάν είναι φτωχή χώρα, αλλά όχι σαν την Ελλάδα. Έτσι δεν έχει διόδια. Κάτι είναι κι αυτό, ας βλέπουμε τη θετική πλευρά της ζωής. Δεν ανησυχώ γι’ αυτούς. Θα τους δουν πολιτισμένους, θα τους φοβηθούν, αλλά θα τους σεβαστούν και θα τους στείλουν Αμερική. Από κει κοντά είναι. Θα μας τους στείλουνε σε e-mail. Μόνο φωτογραφίες τους στο Γκουαντάναμο, αλλά απ’ το τίποτα!... Άσ’ τους αυτούς, έχουν εξασφαλισμένο φαγητό και ύπνο. Αλίμονο σ’ εμάς. Πού είχα μείνει;

Ήταν να πάνω Πατήσια αλλά έπρεπε να πληρώσω διόδια στην Αττική Οδό. Αν όμως πήγαινα μέσω Πλατείας Αττικής θα τα έτρωγα σε βενζίνη και χρόνο. Σκέφτηκα να πάρω το πατίνι και να συνδεθώ με τον προφυλακτήρα του τρόλεϊ που δεν έχει και εξάτμιση, γιατί προχθές που πήρα λεωφορείο έφτασα στον προορισμό μου μαύρος. Ήταν να επισκεφθώ μια θεια μου στον Ευαγγελισμό κι έφτασα στο νοσοκομείο ως έκτακτο περιστατικό. Μάλιστα σε άλλο νοσοκομείο, γιατί εκείνη τη μέρα ο Ευαγγελισμός υποτίθεται είχε κλείσει, αλλά επρόκειτο για παρεξήγηση. Όχι ο Ευαγγελισμός, αλλά ο Ευαγγελάτος έκλεισε γιατί άρπαξε πούντα από το ρεύμα που έχει ο Σκάι απ’ όταν πιάστηκε να μεταδίδει ντοπαρισμένος υπέρ του Παναθηναϊκού το παιχνίδι με τον Εργοτέλη.