24/9/13

Ο Στουρνάρας ζει

Σε μια προσπάθεια να φτιάξει λίγο την εικόνα της απάνθρωπης οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης ή της τρόικας –παίζει αυτό- ο κ. Στουρνάρας είπε για μια μέρα να μη βάλει φόρους και πήγε επίσκεψη σ’ ένα νηπιαγωγείο να έρθει σ’ επαφή με τα παιδιά και να τους πει παραμύθια.
Ξεκίνησε με τα τρία γουρουνάκια: «Μια φορά κι ένα καιρό ήταν δεκατρία γουρουνάκια. Για να γλυτώσουν από τη μανία του λύκου έδωσαν τα δέκα και τα τρία γουρουνάκια που έμειναν έζησαν καλά, αλλά στο σπίτι του ενός που ήταν από πέτρα, γιατί βγήκε στο σφυρί του δεύτερου γουρουνακίου το σπίτι που ήταν από άχυρο, ενώ του τρίτου ήταν από ξύλο, έπιασε φωτιά και δεν είχε του κάνει ασφάλεια».
Δεύτερο παραμύθι του Ρεστουρνάρα η Κοκκινοσκουφίτσα: Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μικρή που φορούσε κόκκινο σκουφάκι. Η μαμά της έτρωγε τη σύνταξη της γιαγιάς κι έστελνε την Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος να της δώσει ένα πιάτο φαΐ. Ο Λύκος κατάλαβε αυτή την αδικία και πήγε κι έφαγε τη Γιαγιά για να κοπεί η σύνταξή της και να σώσει το κράτος από την κλεψιά. Μετά παραφύλαξε να φάει και την Κοκκινοσκουφίτσα γιατί οι γονείς της χωρίς τη σύνταξη της Γιαγιάς δε θα μπορούσαν να τη θρέψουν, ούτε να της πάρουν τετράδια και μολύβια για το σχολείο που ήταν και ιδιωτικό γιατί το δημόσιο είχε κλείσει επειδή δασκάλοι δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τραίνο. Για να μην τρομάξει η μικρή ο Λύκος φόρεσε τα ρούχα της Γιαγιάς της για να της φέρει μαλακά τη χαψά που θα την κάνει. Όμως για κακή του τύχη πέρναγε από εκεί ο Ξυλοκόπος, είδε το Λύκο με τη ρόμπα να σκύβει για το σαπούνι, όπως συμβαίνει συνήθως και του τη φορμάρισε. Αργότερα όλα ομαλά.
«Γιαγιά τι μεγάλη τρύπα που έχεις από πίσω!....»
«Ας μη μιλάμε γι’ αυτό» απέφυγε ν’ απαντήσει ο Λύκος.
«Και γιατί, γιαγιά, έχεις, τόσο μεγάλα αυτιά;»
«Γιατί ο ανώμαλος μου τα τράβαγε πέρα δώθε όταν ήμουν γονατιστός μπροστά του με το μαρκούτσι του στο στόμα».
«Και γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια, γιαγιά;»
«Για να είμαστε ακριβείς, έχω ένα γερό δόντι μπας και διοριστώ σύμβουλος κανενός υπουργού αργότερα έτσι που κατάντησα».
«Μασάει η κατσίκα ταραμά, γιαγιά;»
«Αυτό γιατί το λες; τι σχέση έχει με την υπόθεση;»
«Το είπα για να μη σε ρωτήσω γιατί ο ξυλοκόπος σε αποκαλούσε κουφάλα, αφού δεν είσαι τρύπα σε κορμό δέντρου».
«Το ’πιασα το υπονοούμενο».