11/4/13

Αγαπάτε υπαλλήλους

            «Ανεργία πείνας» ή «Ανεργία διαρκείας» είδα γραμμένο στον απέναντι τοίχο, αλλά αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορία μας, εκτός αν κάνω λάθος.
Ο Κουβέλης το είπε καθαρά από την ανοιχτή τηλεόραση του καφενείου που άφηνα μετά από έναν πικρό καφέ με δέκα κουταλιές ζάχαρη αλλά υπερύψηλη τιμή: «Αν απολύσουμε δημοσίους υπαλλήλους θα την πληρώσει το δικό μας κόμμα, η αγορά και η κοινωνία, αλλά δεν θα τους πληρώσει κανείς». Εγώ αισιοδοξώ. Κανένα μνημόνιο δεν είναι χειρότερο από το επόμενό του. Εντάξει, την έκπτωση στο χαράτσι της ΔΕΗ την εξουδετερώνει η αύξηση της αντικειμενικής αξίας ακινήτων, αλλά μόνο στις φτωχές συνοικίες».
Ο περιπτεράς μαζί με τα ρέστα από το τάλιρο για την εφημερίδα συνοδό του καφέ, μου είχε δώσει σύνθημα εθνικής ανάτασης, όπως ήταν χωρίς τη σκληρή συνέχειά του: «Η εθνική μας ανεξαρτησία δεν παζαρεύεται…» Νόμιζα ότι τέλειωσε ή έτσι φρόντισε εκείνος να νομίσω, τον ευχαρίστησα και τα ρέστα και για την εφημερίδα και για την εθνική ατάκα. Αφού είχα γυρίσει την πλάτη μου σφύριξε την ύπουλη «σφαίρα» πίσω και κάτω από τα γρήγορα βήματά μου; «…δεν παζαρεύεται καν από τους άχρηστους που έχουμε στην κυβέρνηση. Έτσι δεν είμαστε πουλημένοι γιατί κανείς δε μας αγοράζει. Δινόμαστε τσάμπα για να μη μας πουν πουλημένους».  
Ευτυχώς είχα προλάβει ν’ απομακρυνθώ για να μην ακούω άλλα και χώθηκα στο καφενείο που τώρα απομακρυνόταν από την πλάτη μου.
Εκνευρίζομαι όταν ακούω πράγματα αντίθετα με τις απόψεις μου με τα οποία όμως συμφωνώ. Όταν μπορώ να τα αφήσω να πέσουν κάτω τα κρύβω κάτω από το χαλί. Και δεν μπορώ να το καταφέρω αυτό σχεδόν ποτέ. Έτσι, σε περιπτώσεις  που πιάνομαι ανάποδος Κουβέλης στην κυβέρνηση, να διαφωνώ δηλαδή μετά την υπερψήφιση μέτρου και όχι πριν, τότε το ρίχνω στα εξωτερικά κακά όπως κάνουν και τα κανάλια για να δείξουν έμμεσα ότι εμείς περνάμε καλά αφού σε άλλες χώρες γίνεται της καταστροφής. Αυτό που πάραυτα ξεστόμισα όμως για βοήθεια στο εαυτό μου ήταν χειρότερο και από τη βοήθεια της Τρόικας. Μας γύρισε κι εμένα και τον εαυτό μου πίσω στα δικά μας μέσω Άπω Ανατολής: «Στην Κορέα γίνεται της Χαλκιδικής», είχα ψελλίσει αγριεμένος που συμφωνούσα και με τον κακό εαυτό μου. «Δεν πειράζει…»,  ανταπάντησα από τη θέση του ηττημένου, «…Κάποτε θα πούμε, οι Γερμανοί ξανάφυγαν».
            «Ναι, το τέλος της τουριστικής περιόδου», μου πέταξε ο κακός μου εαυτός ή κάποιος τρίτος που με άκουσε να μονολογώ. Τότε για να ανέβω κατηγορία από άποψη διάθεσης συνόδεψα μέσα μου την Κατερίνα Στανίση στον ύμνο, «Σ’ έχω κάνει Θεό». Για ένα δευτερόλεπτο, όπως η πρέζα τον πρεζάκια, με ανακούφισε, αλλά μου ήρθε με παρελκόμενο, όπως γίνεται -ή γινόταν δεν έχει σημασία-  με τις κόκα-κόλες στο σκυλάδικο τη διαφήμιση του Τζάμπο, με την αγαπημένη μου τραγουδίστρια κάτι που συνειρμικά μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι γίναμε ξανά λάιφ στάιλ. Σύμφωνα με το τελευταίο σουξέ της Στανίση έστω διαφημιστικό, ακόμα και οι λαμπάδες του Πάσχα είναι «επώνυμες» επειδή τις φτιάχνουν στυλίστες.
            Με αυτό το απολίτικο παιχνίδι σκέψης, σαν πολιτικό τραγούδι με τον Πασχάλη Αρβανιτίδη το 1975, κόντευα να γλυτώσω από τα βάσανα της σκέψης, όταν ένας παλιός άσπονδος ή ασπόνδυλος φίλος-σουπιά που με είδε τυχαία στο δρόμο, την τη στιγμή που δεν έπρεπε, μου ζήτησε φωτιά. Μες στη βραχνή (υπ)αλληλοχαιρετούρα και την έκπληξη τού απολογήθηκα ότι δεν έχω φωτιά πάνω μου απ’ όταν έκοψα το τσιγάρο, τη χρονιά που παραλίγο η ΑΕΚ να πάρει πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Καλά να πάθω που το είπα.
«Πώς έκοψες, ρε θηρίο, το κάπνισμα και δεν το ξαναρχίζεις εδώ και δύο χρόνια;» μου πέταξε η σουπιά, σίγουρος ότι θα τα κάνω θάλασσα στην απάντηση και θα γίνω ρεζίλι. Δυστυχώς ήμουν αναγκασμένος ν’ απαντήσω με τη μούρη μου να τρώει χώμα:
«Κατάλαβα ότι το σεξ είναι απαραίτητο πριν από ένα τσιγάρο». Έφυγα αμέσως όχι για να μην προλάβει να καταλάβει τι εννοούσα, ακόμα το ψάχνει γιατί δεν τον ενδιαφέρει να το βρει, αφού ακόμα ακούω τα ξεκαρδιστικά γέλια του να μου ρίχνουν αλλεπάλληλα εγκεφαλικά. Είχα φύγει βιαστικά για ν' αποφύγω την αλήθεια που μου έκανε κι αυτή «τσα» μετά από ένα δήθεν τυχαίο γεγονός. Ήταν η ώρα που κουβαλήθηκε και στάθηκε απέναντί μου μία αφίσα του κόμματος με τις πολλές επιχειρήσεις και τους μισοπιωμένους εργαζόμενους. Λες και δεν το ήξερα αυτό που μου ψιθύρισε από μέσα μου: «Οι δανειστές του ΚΚΕ σκέφτονται ν’ αποσύρουν την Παπαρήγα από την κυκλοφορία γιατί δεν την θεωρούν πια ικανή να κόβει ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ».