19/1/13

Οι λίστες με τα μαύρα λεφτά

Σκέφτομαι να ονομάσω το σημερινό ρεπορτάζ: «Οι ληστές με τα μαύρα και οι λίστες με τα μαύρα λεφτά». Μου αρέσει πολύ όμως αυτός ο τίτλος και δεν έχω σκοπό να τον χαρίσω τσάμπα και βερεσέ. Γι΄' αυτό τον κούρεψα. Αυτό σκεπτόμουν όταν έκλεινα το ραδιόφωνο που έσκουζε μην τυχόν και δεν προλάβει να μου φορμάρει την είδηση: «Ούτε σήμερα προβλέπεται να εισπράξει η εφορία έστω 1 € από ένα έστω άτομο το όνομα του οποίου βρίσκεται στη λίστα Λαγκάρντ».

Βγήκα από το αυτοκίνητο και το άφησα ξεκλείδωτο με τα κλειδιά στον διακόπτη μήπως βρεθεί κάνας καλός χριστιανός και μου το κλέψει γιατί εμένα δε μου κάνει καρδιά να το αποσύρω. Από απέναντί μου με χτύπησε στο κούτελο η ταμπέλα η χαϊδεμένη από την ελληνική σημαία: «ΔΟΥ Κάτω Φουρνέλων». Στον τοίχο δίπλα στην είσοδο δεσπόζει σύνθημα: «Ο φόρος είναι χαράτσι του εργάτη». 

Στο εσωτερικό, πίσω από το γκισέ της ΔΟΥ η υπάλληλος ερωτά: «Πώς θα πληρώσετε τα νέα χαράτσια; Με μετρητά; Με κάρτα; Με βρισιές; Με ζόρι;» Ο φορολογούμενος δεν χρειάστηκε ν' απαντήσει. Ένας θαμώνας τη εφορίας της γειτονιάς που συχνάζει εκεί επειδή δεν έχει βάλει πετρέλαιο και το σπίτι του είναι Σιβηρία, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει φωναχτά την χθεσινή εφημερίδα που είχαν τοποθετήσει κάποιοι υπάλληλοι για να φράξουν τον αέρα που έμπαινε από το σπασμένο τζάμι του Πλούταρχου: «Άγνωστοι πέταξαν λογαριασμούς της ΔΕΗ σε είσοδο πολυκατοικίας κι εξαφανίστηκαν». 

βγαίνοντας από την πόρτα για να φύγω άκουσα έναν που -όπως έμαθα αργότερα- έκλεινε δυο μήνες στην αναμονή για διακανονισμό χρεών. Μιλούσε στη γυναίκα του που θα ερχόταν να τον αντικαταστήσει στην ουρά μετά από μία ώρα, αλλά εκείνος δεν κρατιόταν και της τα έλεγε στα κουφά για κάτι που είχε δει στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ: «Αν είναι να πωληθεί τόσο φτηνά ο ΟΠΑΠ να τσοντάρουν από 20 € όλοι οι πελάτες του και να παραμείνει στο δημόσιο. Πιο πολλά θα μαζευτούν». Βγήκα από τη ΔΟΥ και πετάχτηκα στο περίπτερο για τσιγάρα. 

Μετά από δύο χρόνια μπήκα στ’ αυτοκίνητό μου που βρήκα άθικτο -ούτε οι ληστές τα θέλουν πια-  κι επέστρεψα στην εφημερίδα. Κανείς δεν έδειχνε να πήρε είδηση που έλειπα, γιατί μετά τον εκδότη αρχίσαμε να λειτουργούμε και χωρίς ενημέρωση. Ήδη από εξαμήνου απαγορεύτηκε ν’ αγοράζουν εφημερίδες όσοι έχουν δουλειά. Και ως γνωστόν αφού δεν ήταν δυνατόν να παταχθεί η φοροδιαφυγή, πατάχτηκε η ανεργία ή καλύτερα οι άνεργοι. Δεν πατάχτηκαν, άνθρωποι είναι, πετάχτηκαν. Ο Στουρνάρας είχε δώσει εντολή μαζί με την απόλυση να επιδίδεται και η απέλαση γι’ άλλες χώρες μακρινές.