4/6/14

Αστυνόμος Γατίνης: Μανιώδης καταδίωξη

Φρεσκότατο από 19/5/2008
Έπρεπε να ξεκινήσω την καταδίωξη μόνος μου. Το τεμπελόσκυλο ο βοηθός μου ο Κοτόπουλος πάλι άφαντος. Σίγουρα, όπως συνηθίζει είχε βρει δροσερό χώρο και την ξάπλαρε.

Είχα όμως στραβοπαρκάρει το υπηρεσιακό αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες και δε μπορούσα να το ξεκινήσω.
Αλλά συγχώρεσα τον εαυτό μου, γιατί αυτό το έπαθα αν και είχα βρει καλή θέση για πάρκινγκ, αλλά εγώ ποτέ δεν παραβιάζω επίσημες πινακίδες με σαφές περιεχόμενο.
Όμως πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Έτρεξα να πάρω το ποδήλατό μου για να φτάσω τον ύποπτο. Το είχα διπλοκλειδωμένο προληπτικά γιατί ήξερα καλά σε τι εγκληματικότητας πόλη κινούμουν, αλλά….
Έτσι, συνέχισα την καταδίωξη με τα πόδια, πιστός στο καθήκον, χωρίς να με νοιάζει ο κόπος. Έπεσα όμως σε στενό που δεν ακολούθησα, γιατί ήμουν ήδη κουρασμένος.
Θα τον έπιανα ακόμα κι αν χρειαζόταν να διασχίσω σταφιδιασμένος ολόκληρο στάδιο κολυμπώντας.
Ίσως είχε μπει ο ύποπτος σ’ αυτό το μαγαζί, αλλά πού να τον εντόπιζα εκεί μέσα;
Έτσι, τον περίμενα έξω. Και ήμουν σκασμένος για κατούρημα, αλλά κρατήθηκα και για να μη μου ξεφύγει ο ύποπτος και γιατί δεν είχα σκοπό να δώσω το λιγότερο 18 ευρώπουλα στους κερδοσκόπους που πάνω στην ανάγκη μας εκμεταλλεύονται.
Είχε μια τουαλέτα η μαρίνα, αλλά πού να τρέχω εκεί και να χάνω χρόνο.
Πήγα στο δημόσιο ουρητήριο για ένα γρήγορο.
Μου είπαν ότι το κλειδί ήταν κάτω από το πατάκι.Αλλά το πατάκι πού στο διάολο ήτανε;
Ευτυχώς βρέθηκε μια έξω χέστρα ξεκλείδωτη, πήγα και ανακουφίστηκα.
Μέσα σ’ αυτό όμως το μπέρδεμα ο γκομενιάρης βρήκε ευκαιρία να την κοπανήσει.
Πήγα να πάρω το υπηρεσιακό, να το βάλω μπρος με κάθε τρόπο για να συνεχίσω την καταδίωξη, αλλά δεν ήταν εκεί που το είχα αφήσει. Το αστυνομικό μου δαιμόνιο όμως έδρασε χτύπησε πάλι και το εντόπισα εύκολα. (Το υπηρεσιακό) Λίγο μπρος από το μέρος όπου το είχα αφήσει είδα ένα σκουπιδιάρικο και κατάλαβα. Πήγα κοντά και μετά από χίλιες απειλές μου το ξανάδωσαν. Οι σκουπιδιαρέοι το είχανε μαζέψει έτσι όπως το είδαν στραβοπαρκαρισμένο.
Η καταδίωξη συνεχίστηκε στο σκοτάδι. Ήμουν έτοιμος να σταματήσω, μέχρι που έμαθα από ρουφιάνους μου ότι ο ύποπτος κρυβόταν στο Αρκαλοχώρι. Το να τον βρω πια ήταν για μένα παιχνιδάκι. Αλλά γαμώ τις ταμπέλες τους,  μια ώρα χωρίς λόγο κυκλοφορούσα. Έκανα δηλαδή κύκλους.
Ευτυχώς ένας καλός χριστιανός είχε γράψει στο τοιχίο τη σωστή κατεύθυνση για το χωριό.
Αλλά είχα χάσει χρόνο. Ευτυχώς πάλι, ένας άλλος χριστιανός ειδοποιούσε να μην κάνω το γύρο του περιβολιού, αλλά να πάω ευθεία και να κόψω δρόμο.
Με είχε κόψει και η πείνα. Πήγα να μπω να ρημάξω μια κρεπερί στο δρόμο, αλλά τελευταία στιγμή το μετάνιωσα.
Απέφυγα το διπλανό μαγαζί γιατί ήμουν σίγουρος πως χτυπούσε τις τιμές μπούφλες.
Σε ταβέρνες γελοίων ατόμων δεν έμπαινα ποτέ, γιατί με πειράζει ο κόκορας σουβλιστός.
Κατέληξα σ’ ένα παραλιακό κέντρο να γελάσω την πείνα μου, αλλά πλάκωσε βροχή και η πλημμύρα με πέτυχε ενώ έτρωγα ψαράκι.
Τη γλύτωσα χορτάτος και πιωμένος, σηκώθηκα να πάω πάλι για κατούρημα, αλλά γι’ άλλη μια φορά τζίφος. Κλειστές οι τουαλέτες. Οι καθαρίστριες, υπέθεσα, δεν ήταν τόσο τυχερές όσο εγώ.
Ευτυχώς τουλάχιστον δεν πνίγηκε η ορχήστρα και διασκέδασα την κακοτυχία μου.
Ήταν καλά παιδιά και με βοήθησαν στη λύση. Από αυτούς έμαθα ότι τη γκόμενα του ύποπτου που θα με οδηγούσε σ’ αυτόν τη λέγανε Σκορδά και ήταν χαμένη στο πλήθος μπροστά τους. Πώς θα την εντόπιζα; Το αστυνομικό μου δαιμόνιο όμως έδρασε πάλι και κατάλαβα από μακριά ποιας γκόμενας βρώμαγε ο στόμας της, εξού και το «Σκορδά».
Την τσίμπησα. Μετά από σύντομη ανάκριση κατάλαβα ότι η σχέση της με τον ύποπτο δεν ήταν ερωτική, αλλά σχέση συνεργασίας στην εγκληματική του δράση. Πώς το κατάλαβα ότι δεν ήταν γκόμενα του ύποπτου; Μου ξέρασε τι μαγαζί κρατούσε η τύπισσα.
Τελικά βρήκα ίχνη του. Ο ύποπτος ήταν Ολλανδός κι έκανε το Γερμανό για να μην τραβάει την προσοχή.
Λεγόταν Λόρες, αλλά πού να τον βρω; Το αστυνομικό μου δαιμόνιο όμως δεν κοιμάται ποτέ. Βλέποντας μια ταμπέλα κατάλαβα ότι ο Λόρες κρυβότανε ο βλάκας στο λαογραφικό μουσείο.
Τα υπόλοιπα για μένα ήταν παιχνιδάκι. Έτσι νόμιζα.