26/5/07

ΤΗΛ-ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ




Κατέβασα ακόμα ένα ποτήρι κρασί μονορούφι, σαν φρεσκοκαθαρισμένο φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ και καταβρόχθισα με συνοπτικές διαδικασίες μια τεράστια κοψιά μπιφτεκιού. Συγκράτησα στην κοιλιά μου ένα ρέψιμο και γι’ αυτό ατένισα το μέλλον μ’ αισιοδοξία ψάχνοντας και το γκαρσόνι να φέρει κι άλλο κρασί για μένα. Είχα να πω κάτι μοναδικό, σωστό Λαμπίρειο αποκλειστικό, από εκείνα που ήδη έχουν μεταδώσει όλα τ’ άλλα κανάλια.

Εκείνη ίσως γνώριζε το θέμα, γι’ αυτό καθόταν αμίλητη, σαν
Γιωργοπαπαδάκεια συμπαρουσιάστρια. Εγώ καλυμμένος μέσα στην Μανωλοκαψερή μου παιδικότητα ξεκίνησα να της τα ρίχνω, όπως είχα προβάρει εκατό φορές στον καθρέφτη. Αγνοούσα ότι το ύφος μου έπαιρνε σιγά-σιγά, όλο και πιο φανερά το Ολγατρέμικο τρακ. Η ματιά μου με πρόδωσε. Καρφώθηκε στα παιχνιδιάρικα Φαιησκορδάτα στριμωγμένα στήθη-λεμόνια της. Καμία ψυχική επαφή δε φάνηκε να βυθίζεται στις καρδιές μας μέσω των ολογάλανων Ελληστάικων ματιών της. Κόμπιαζα σαν Αννιταπάνειος γραφικός χαρακτήρας και ψέλλιζα Αλεξηκούγικα τα ίδια και τα ίδια με Λαζοπουλική εμμονή στ’ ασήμαντα. Είχα ήδη ηττηθεί στην ψηφοφορία που ερχόταν. Ευτυχώς μ’ έσωσε η Μπηλιωτσούκαλη αμνησία της. Μ’ άρχισε στα Κορομηλίστικα και απ’ ό,τι της έλεγα επαναλάμβανε τις τελευταίες λέξεις.



«Το ξέρεις», τη ρώτησα μαλακά-μαλακά, «ότι κάποτε, εκτός από εσένα, είχα ερωτευθεί και τη μοτοσικλέτα του αγοριού σου;»
Κι εκείνη μου απάντησε μαλάκα-μαλάκα: «Τη μοτοσικλέτα του αγοριού μου.»
«Μα γιατί επαναλαμβάνεις τις τελευταίες λέξεις μου;»
«Τις τελευταίες λέξεις σου.»

Κυνηγούσε γι’ αρκετή ώρα την ουρά του λόγου μου, μέχρι να με πείσει ότι τελικά ήταν ψώνιο. Πήρα το Αυτιάδικο ψευτόγελο πριν της πω τις πιο τελευταίες και φαρμακερές λέξεις μου. Μιλούσα σταθερά, με το δήθεν νόημα που δίνει στα λόγια του αέρα η Χατζηνικολάου-λάου ταχύτητα.
«Αν δε με θες, δε θα πεθάνω, εκτός αν περάσει από πάνω μου ένα τραίνο φαντάρους, σαν εκείνο που σε ξαπαρθένεψε.»

Ακούγοντας αυτά η τύπισσα, αντί να τσαντιστεί και ν’ αρχίσει τους Λιανοκανελλίστικους αφορισμούς με το τσιγάρο στο χέρι και όχι στο στόμα, άρχισε να χαχανίζει Μενεγάκικα και να με σμπρώχνει να πέσω κάτω. Μου ‘ρθε να την αρχίσω στα Τραγκαουνάκικα γαμοσταυρίδια και να τη βγάλω πρόγραμμα στο μαγαζί, αλλά προτίμησα την Τερενσκουΐκικη αφέλεια.

«Φεύγω, αγάπη μου και δε θα με ξαναδείς, εκτός αν ξαναβρεθούμε.»
Η γκόμενα κατάλαβε τότε το κακό που θα πάθαινε. Σαν σωστό λαγωνικό ανοιγόκλεισε τα Νικολούλικα ρουθούνια της και μου πέταξε: «Ελπίζω να μην πληρώσω εγώ το λογαριασμό.»

Κιτρίνισα από το θυμό μου σα να ’φαγα χρωμόσφαιρα στα μούτρα ή καμιά Στεφανίδεια κοτσάνα.

Ακόμα βρίζω την ώρα και τη στιγμή που την καψουρεύτηκα. Φαντάσου να την είχα παντρευτεί κι όλας. Θα μου ζάλιζε τον έρωτα ολημερίς κι ολονυκτίς με το δήθεν βρώμικο στρώμα, τα χαλασμένα τρόφιμα και τις ληγμένες ασπιρίνες που ψώνισα. Η Ευαγγελάτικη γκρίνια της ήταν έτοιμη να μου φορτωθεί μια ζωή στο σβέρκο σαν διαφημιστικό πακέτο πρωί-πρωί ή δελτίο της AGB. Αλλά γι’ αυτά θα σου μιλήσω αργότερα.